Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Ο τιμωρημένος Άγγελος

ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
Ἕνας  Γέροντας εἶπε ὅτι ὑπῆρχε κάποιος ἀναχωρητής, ποὺ κατοικοῦσε στὴν πιὸ  βαθιὰ ἔρημο ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια κι εἶχε ἀποκτήσει χάρισμα διορατικό, ὥστε νὰσυναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀγγέλους.

Καὶ συνέβη τὸ ἑξῆς: Δυὸ ἀδελφοὶ μοναχοὶἄκουσαν τὰ σχετικὰ μ᾿ αὐτὸν καὶ εἶχαν τὴν ἐπιθυμία νὰ τὸν γνωρίσουν καὶ νὰὠφεληθοῦν. Βγήκαν ἀπὸ τὰ κελιά τους καὶ πήγαιναν πρὸς αὐτὸν μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν καρδιά. Καὶ ἀναζητοῦσαν τὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ στὴν ἔρημο.
Ὕστερα ἀπὸ μερικὲς μέρες πλησίασαν στὴ σπηλιὰ τοῦ Γέροντα.
π μακριὰ βλέπουν κάποιον σν νθρωπο ντυμένο στ λευκ ν στέκεται πάνω σ νανπτος λόφους πο ταν κοντ στν σιο σ πόσταση περίπου τριν σημείων.
Τοὺς φώναξε:
«Ἀδελφοί, ἀδελφοί».
Αὐτοὶ τὸν ρώτησαν:
«Ποιὸς εἶσαι καὶ τί θέλεις;»
«Ν πετε, τος ποκρίθηκε, στν ββ κενον πο θ συναντήσετε: θυμήσου ατπο σπαρακάλεσα».
Οἱ ἀδελφοὶ ἦρθαν, βρῆκαν τὸν Γέροντα, τὸν χαιρέτισαν καὶ πέφτοντας στὰπόδιατου παρακαλοῦσαν νὰ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ στόμα του λόγο σωτηρίας. Πράγματι, διδάχτηκαν ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ ὠφελήθηκαν πολύ. Τοῦ μίλησαν καὶ γιὰ τὸνἄνθρωπο ποὺ εἶδαν καθὼς ἔρχονταν, καὶ τὴν παράκλησή του. Ὁ Γέροντας κατάλαβε ποιὸς ἦταν, ἀλλὰ προσποιοῦνταν ὅτι δὲν τὸν ἤξερε. Μάλιστα ἔλεγε:«Κανένας λλοςνθρωπος δν κατοικε δ».
Οἱ ἀδελφοὶ ὅμως βάζοντας συνέχεια μετάνοιες καὶ ἀγκαλιάζοντας τὰ πόδια του τὸν ὑποχρέωναν νὰ πεῖ ποιὸς ἦταναὐτὸς ποὺ εἶδαν.
Ὁ Γέροντας τοὺς σήκωσε ὄρθιους καὶ τοὺς εἶπε:
«Δῶστε μου τὸν λόγο σας ὅτι δὲν θὰ μιλήσετε ἐπαινετικὰ σὲ κανέναν γιὰ μένα σὰν γιὰ κάποιον ἅγιο, μέχρι νὰ φύγω στὸν Κύριο, καὶ τότε θὰ σᾶς μιλήσω καθαρὰ γιὰτὴν ὑπόθεση». Ἐκεῖνοι ἔκαναν ὅπως τοὺς ζήτησε. Τοὺς λέει λοιπόν: «Ατς πο χετε δε ντυμένο στ λευκ εναι γγελος Κυρίου, πο ρθε δ καπαρακαλε μένα τν δύναμο κα μο λέει: κέτευσε τν Κύριο γι μένα, νξαναγυρίσω στν τόπο μου, γιατ χει πισυμπληρωθε  προθεσμία πο ρίσθηκε σ βάρος μου π τν Θεό». Στὴν ἐρώτησή μου «ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ποινῆς σου;»
ἀπάντησε:
«Συνέβη σ μία παρχιακ πόλη πολλο νθρωποι ν παροργίζουν τν Θε μὲ τςμαρτίες τους γι μεγάλο χρονικ διάστημα, κα μ᾿ στειλε ν τος παιδεύσω μεσπλαχνία. γμως ταν τος εδα πολ ν σεβον, τοςπέβαλα μεγαλύτερο παιδεμό, μ ποτέλεσμα πολλο ν ξοντωθον. Γι᾿ ατμο πεβλήθη  πομάκρυνσή μου π προσώπου το Θεοπο μο εχεναθέσει τν ποστολή».
Ὅταν τοῦ εἶπα «κα πς εμαι ξιος ν παρακαλέσω τν Θε γινανγγελο;», ἐκεῖνος εἶπε:
«ν δν ξερα τι  Θες δέχεται τν προσευχ τν γνήσιων δούλων του, δν θρχόμουν κα δν θ σ νοχλοσα».
Ἐγὼ ἀναλογίσθηκα ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ ἀμέτρητο ἔλεος τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἄπειρηἀγάπη του πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν ἔκανε ἄξιο νὰ μιλάει μαζί του καὶ νὰ τὸν βλέπει, ἐπίσης οἱ ἄγγελοί του νὰ ὑπηρετοῦν τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ ἔχουν ἐπαφὴμαζί τους, ὅπως ἔχει γίνει μὲ τοὺς μακάριους δούλους του Ζαχαρία καὶ Κορνήλιο καὶ τὸν προφήτη Ἠλία καὶ τοὺς ἄλλους ἁγίους. Ἔνιωσα κατάπληξη μ᾿ αὐτὰ καὶδόξασα τὴν εὐσπλαχνία του».
Μετὰ ἀπ᾿ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ὁ τρισμακάριστος πατέρας μας ἀναπαύτηκε. Οἱ
ἀδελφοὶ τὸν ἔθαψαν τιμητικὰ μὲ ὕμνους καὶ προσευχές. Κι ἐμεῖς ἂς ἐπιδιώξουμε νὰ μιμηθοῦμε τὶς ἀρετὲς αὐτοῦ τοῦ Γέροντα μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου μας ἸησοῦΧριστοῦ, ποὺ θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν καὶ νὰ φτάσουν στὴν ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας του».


Γεροντικό