Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Η περί ψυχής διδασκαλία του βιβλίου της Γενέσεως (γ΄ μέρος)


Κεφάλαιο Α’.

1). Σύντομη θεώρηση της περί ψυχής διδασκαλίας στη φιλοσοφία, ψυχολογία και πατερική σκέψη.

Οι απαρχές του προβληματισμού γύρω από τη φύση της ανθρώπινης ψυχής ανιχνεύονται ήδη στους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Ωστόσο, με τον Πλάτωνα, αρχικά, και τον Αριστοτέλη, αργότερα, το ερώτημα «περί ψυχής» γίνεται ακρογωνιαίος λίθος  της φιλοσοφίας, επηρεάζοντας ολόκληρη τη μεταγενέστερη φιλοσοφία και ψυχολογία. Ο Πλάτων κατανοεί την ψυχή διττώς: α) ως ένα από τα δύο συστατικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης που τριχοτομείται σε λογιστικό, θυμοειδές και επιθυμητικό[1] και β) ως αθάνατη ουσία[2], υπερκείμενη της βιολογικής ζωής του ανθρώπου και αξιολογικά ανώτερη του σώματος, στην οποία εντοπίζεται κατ ̉ εξοχήν η προσωπική ταυτότητα, το "εγώ".
 Επιπλέον, ο Πλάτων δέχεται και μία κοσμική ψυχή[3] την οποία αντιλαμβάνεται ως ένα συνεχές, που συνδέει τον ανόργανο με τον οργανικό κόσμο, ενοποιώντας ολόκληρη τη φυσική πραγματικότητα σε ένα ζωντανό οργανισμό.
Για τον Αριστοτέλη, η ψυχή συνιστά: α) την αρχή, η οποία δίνει στο σώμα τη μορφή "εντελέχεια"[4] του σώματος, β) την αρχή  της ζωής εν γένει, είτε αυτή αφορά στην αισθητικότητα, "αισθητική ψυχή"[5], είτε αφορά στην ανάπτυξη, στην αναπαραγωγή και στη θρέψη, "θρεπτική ψυχή",[6] είτε, τέλος, αφορά στη λογικότητα, "διανοητική ψυχή".[7]
Δεν πρόκειται, ωστόσο, εδώ για μία ουσία αξιολογικά ανώτερη του σώματος, αφού στο πλαίσιο της αριστοτελικής μεταφυσικής κάθε δυαλιστική αντιπαράθεση ύλης/μορφής ελέγχεται ως αυθαίρετη. Η πλατωνική αντίληψη της κοσμικής ψυχής διατηρείται και εδώ[8], απαξιώνεται όμως ρητά η δοξασία περί μετεμψύχωσης και αθανασίας.
Ολόκληρη η μεταγενέστερη φιλοσοφική παράδοση περί ψυχής[9], από την ελληνιστική μέχρι τη νεότερη και σύγχρονη περίοδο, συνιστά επανάληψη, σχολιασμό, ανάπτυξη ή προσπάθεια ανάμειξης των πλατωνικών και αριστοτελικών αυτών αντιλήψεων.
Έτσι, η στωική φιλοσοφία[10] κατανοεί την ψυχή μέσα στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου υλισμού, ως ζεστή πνοή που συμφύεται άρρηκτα με το σώμα, παρέχει στον οργανισμό την αναπνοή, την κίνηση, και χωρίζεται από το σώμα για να επιστρέψει στους κόλπους της "κοσμικής ψυχής" μετά το θάνατο.
Ο Επίκουρος, προεκτείνοντας την ατομική θεωρία του Δημοκρίτου,[11]αντιλαμβανόταν την ψυχή ως εκλεπτυσμένη υλική ουσία, που δημιουργείται από την ανάμειξη τεσσάρων στοιχείων: «φωτιάς, αέρα, πνεύματος και ενός ακόμη "ακατονόμαστου"».[12]
Στην υλική υπόσταση της ψυχής οφείλεται η τελική διάλυσή της μετά το θάνατο του σώματος.
Ο Πλωτίνος[13] θεωρούσε την ψυχή ως: α) απόρροια του θείου νου, η οποία περικλείει εντός της όλες τις "πλατωνικές" ιδέες, β) ενεργό δύναμη, απλή και αδιαίρετη, που συνδέεται άρρηκτα με το σώμα και διαχέεται σε ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη.
Σε ότι αφορά, τέλος, στη νεότερη φιλοσοφία, η υλιστική διαφωτιστική παράδοση, ο νεοθετικισμός, η αναλυτική φιλοσοφία, ο "άθεος" υπαρξισμός[14] καθώς και ο διαλεκτικός υλισμός απαξιώνουν στο σύνολό τους την υπόθεση περί ψυχής ως ιδεαλιστική φαντασιοκοπία, προσπαθώντας να επαναπροσδιορίσουν το νόημά της στο πλαίσιο ενός υλιστικού μονισμού.
Αντίθετα, ο καρτεσιανισμός,[15] ο νεοκαντιανισμός και ο "ένθεος" υπαρξισμός αποδέχονται, υπό όρους, την ύπαρξη της ψυχής και διαπραγματεύονται την αθανασία της σαν ηθικό αίτημα.
Η ψυχολογία δεν έχει ως αντικείμενο μελέτης την ψυχή όπως αυτή εννοείται στο χώρο της φιλοσοφίας ή της θρησκείας.
Η ψυχή για την ψυχολογία είναι το δυναμικό σύνολο των συνειδητών και υποσυνείδητων λειτουργιών της νοητικής, συναισθηματικής και εμπειρικής ζωής, οι οποίες βρίσκονται σε μία συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ τους και με το περιβάλλον.[16]
Ο ψυχολόγος μελετά ψυχολογικά φαινόμενα και διεργασίες όπως τη σκέψη, τη μνήμη, το συναίσθημα, τη μάθηση, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τη διαδικασία ψυχολογικής ωρίμανσης ή ψυχοπαθολογικές διαταραχές, χωρίς να τα αναγάγει στην πνευματική ή τη σωματική διάσταση.
Διερευνώντας τα συναισθήματα δεν επικεντρώνει την προσοχή του στο νευρο-βιοχημικό τους υπόβαθρο, ούτε αξιολογεί την ηθική τους ποιότητα ή τη σωτηριολογική τους λειτουργικότητα.
Θέλει να κατανοήσει την ιδιαίτερη υποκειμενική τους σημασία, καθώς και το ρόλο που έχουν σε σχέση με τη συμπεριφορά, τις διαπροσωπικές σχέσεις και την ευρύτερη προσωπικότητα.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιστέκεται σε όλα τα παραπάνω και μένει πιστή στις πηγές της και κυρίως στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση, που είναι  «στύλος ακλόνητος, της Εκκλησίας Χριστού…».[17]
Οι πατέρες για την Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελούν τον απλανή οδηγό στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής.[18] Οι πατέρες δεν ερμήνευσαν την ψυχή με καθαρώς Εβραϊκό πνεύμα[19] ούτε με αρχαιοελληνικό,[20] αλλά με αυτό που ονομάζεται «χαρισματική –βιωματική θεολογία».[21]
Βεβαίως οι Πατέρες αναγνωρίζουν την αξία τόσο της Ελληνικής όσο και της Ιουδαϊκής σκέψης γι᾿ αυτό και δεν απορρίπτουν αυτές, αλλά αξιοποιούν ότι ωφέλιμο προκύπτει απ᾿ αυτές και τον πολιτισμό που εκφράζουν.
Οι Πατέρες και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς της Εκκλησίας μας, δεν θέλησαν να εγκλωβίσουν τον όρο σε μία και μόνη νοητική σταθερά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όσοι αφέθηκαν να επηρεασθούν καταλυτικά από τη θύραθεν σκέψη (π.χ. Ωριγένης, Τατιανός, Κλήμης Αλεξανδρείας, Αυγουστίνος, Τερτυλλιανός, Θωμάς Ακινάτης), αντιλήφθηκαν, τελικά, την ψυχή με όρους πλατωνικούς, δηλαδή, ως ουσία ανεξάρτητη από το σώμα και με αξιολογική προτεραιότητα έναντί του.
Αντίθετα, όσοι εφάρμοσαν έναν κριτικό εκλεκτικισμό στη θεολογία τους (λ.χ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός κ. ά), υιοθέτησαν τη βιβλική άποψη (ψυχή = ολόκληρος άνθρωπος). Ειδικότερα, όσον αφορά τη σχέση της ψυχής με το σώμα ακολούθησαν την αριστοτελική διδασκαλία περί "συμφύσεως". 
Το ανθρώπινο πρόσωπο εκλαμβάνεται, έτσι, στους Πατέρες και στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς ως ένα μυστήριο σύζευξης, σύγκρασης και αλληλοπεριχώρηση σώματος και ψυχής, ενώ η αθανασία συναρτάται απόλυτα με την παντοδυναμία του Θεού και όχι στην εγγενή δυνατότητα της κτιστής ανθρώπινης ψυχής.


[1] Πλάτωνος, ʺΦαίδροςʺ, τ. 2, Αρχαίοι Έλληνες Συγγραφείς, 246 Α, σ. 63 - 249 D, σ. 72.
[2] Ναζόπουλος Ν, ʺΝεώτερον Ορθογραφικόν και εγκυκλοπαιδικόν επίτομον λεξικόν Ήλιοςʺ, τ. Α’, σ. 635, Πλατωνική θεωρία ή επινόηση συνάπτεται με την μετεμψύχωση, «Αι ψυχαί, αι οποίαι δεν ηδυνήθησαν να αντισταθούν εις τα πάθη και εις τας σαρκικάς ηδονάς, είναι καταδικασμέναι να μετεμψυχωθούν  εις νέον ανθρώπινον σώμα ή να κλεισθούν εις σώματα ζώων δια να βασανισθούν προς εξόφλησιν των αμαρτιών των», όπ.π, Πλάτωνος ʺΦαίδροςʺ, «πάσα η ψυχή παντός επιμελείται του αψύχου, πάντα δε ουρανόν περιπολεί, άλλοτ᾿ εν άλλοις είδεσι γιγνομένη˙ τελέα μεν ούν ούσα και επτερωμένη μετεωροπορεί τε και πάντα τον κόσμο διοικεί˙…», σ. 62, βλ. Α. Ε. Τaylor, ʺΠλάτων, ο άνθρωπος και το έργο τουʺ (μτφρ. Ι. Αρζόγλου), σ. 67: «Ο Πλάτων έπρεπε να χρησιμοποιήσει την ιδέα της αθανασίας σαν φυσικό χαρακτηριστικό της ψυχής, για να εξασφαλίσει την υπέρβαση τού θανάτου στο σύμπαν».
[3] Πλάτωνος, ʺΤίμαιοςʺ, τ. 4, Βιβλιοθήκη αρχαίων Ελλήνων πεζογράφων και ποιητών, σ. 34.
[4] Καμπανάς Ι.  Ηλίας, ʺΟρθογραφικό και ερμηνευτικό μονοτονικό λεξικό της δημοτικήςʺ, σ. 226, Εντελέχεια <εντελής (εν + τέλος + έχω)= όρος της Αριστοτελικής φιλοσοφίας= η ενυπάρχουσα σε κάθε ον τάση προς την τελειότητα, η ζωτική αρχή που διέπει και διαμορφώνει τα οργανικά όντα.
[5] Αριστοτέλους, ʺΠερί ψυχήςʺ, Αρχαίοι Έλληνες Συγγραφείς, σ. 92.
[6] όπ.π, σ.92.
[7] όπ.π, σσ. 171-182.
[8] όπ.π, σ. 44.
[9] Rohde Erwin, ʺΨυχήʺ τ. Α’, Αθήνα 1998.
[10] J.-Β. Gourinat, ʺΟι Στωικοί για την Ψυχήʺ, (μτφρ. Κ. Πετρόπουλος), σ. 29.
[11] Πελεγρίνης Ν. Θεοδόσιος, ʺΑρχές φιλοσοφίαςʺ, σ. 19.
[12] Ν. Ναζόπουλος ʺΉλιοςʺ, σ. 247, «Ο Επίκουρος έλεγε ότι η ψυχή είναι εκ τεσσάρων κράμα εκ ποιού πυρώδους, εκ ποιού αερώδους, εκ ποιού πνοής και εξ ενός τετάρτου μη κατονομαζομένου…».
[13] Γεωργούλης Δ. Κωσταντίνος, ʺΙστορία της Ελληνικής φιλοσοφίαςʺ, σ. 552.
[14] JWahl, ʺΕισαγωγή στις Φιλοσοφίες του Υπαρξισμούʺ, (μτφρ. Χ. Μαλεβίτση),Αθήνα  1983.
[15] Γεωργούλης Δ. Κωσταντίνος, όπ. π, σ. 38.
[16] Κορναράκης Κ. Ιωάννης, ʺΘέματα ποιμαντικής ψυχολογίας ΙΙΙʺ, σσ. 101-110.
[17] Ρωμανίδης Σ. Ιωάννης, ʺΔογματική και συμβολική θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής  Εκκλησίαςʺ, τ. 2, σ. 126, « ... Οι Προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ως εδογµάτισαν, η Οικουμένη ως συµπεφώνηκεν, η χάρις ως έλαµψεν, η αλήθεια ως αποδέδεικται, το ψεύδος ως απελήλαται, η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν ούτω φρονούµεν, ούτω λαλούµεν, ούτω κηρύσσοµεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών, και τους Αυτού Αγίους εν λόγοις τιµώντες, εν συγγραφαίς, εν νοήµασιν, εν θυσίαις, εν Ναοίς, εν Εικονίσµασι, τον µεν ως Θεον και Δεσπότην προσκυνούντες και σέβοντες, τους δε δια τον κοινόν Δεσπότην, ως Αυτού γνησίους θεράποντας τιµώντες, και την κατά σχέσιν προσκύνησιν απονέμοντες. Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την Οικουµένην εστήριξεν…».
[18] Τσάμης Γ. Δημήτριος, ʺΕκκλησιαστική Γραμματολογίαʺ, σσ. 22-23.
[19] Βέλλας Μ. Βασίλειος, ʺΕβραϊκή Αρχαιολογία, περί Σαδδουκαίων όπου εμφαίνετε η άποψη: «Σαδδουκαίοις δε τας ψυχάς ο λόγος συναφανίζει τοις σώμασιν», επίσης βλ. ΘΗΕ, ʺΣαδδουκαίοιʺ, «Δεν πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών, διδάσκοντες ότι η ψυχή συναπόλλυται μετά του σώματος», τ. 10, σ. 114.
[20] Γεωργούλης Δ. Κωσταντίνος, ʺΙστορία της Ελληνικής φιλοσοφίαςʺ, σσ. 41-134, <Πλάτων, Αναξείμανδρο, Αριστοτέλη κ. ά>.
[21] Ματσούκας Α. Νίκος, ʺΔογματική και συμβολική θεολογίαʺ, τ. 1, σσ. 133-134.
Βλ. Τσάμης Γ. Δημήτριος, όπ.π. σ. 22.

http://ierosnaosagandreou.blogspot.com/