Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Τα όπλα του φωτός

Δευτέρα 1η Σεπτεμβρίου, την ώρα περίπου που νύχτωνε σιγά-σιγά και τέλειωνε η μέρα, ένοιωσα μια στεναχώρια, ένα βάρος, ένα πλάκωμα τόσο βαρύ, βαθύ και ανεξιχνίαστο που ούτε βαθειά αναπνοή δεν μ’ άφηνε να πάρω.
Θυμήθηκα που ήμουν παιδί κι’ ένοιωθα έτσι κάτι Κυριακές στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, όταν με τους γονείς μου επιστρέφαμε στο σπίτι μετά από μια μέρα στη θάλασσα ή μια εκδρομή στα χωράφια του Νείλου. Είναι ένα συναίσθημα πολύ δυσάρεστο αυτό, πολύ σκοτεινό, να κάθεσαι πεντάχρονος στο πίσω κάθισμα επιστρέφοντας από το Κάϊρο ας πούμε στην Αλεξάνδρεια, από τον δρόμο της ερήμου, νύχτα. Δεν είναι πια συμβολισμός η έρημος, είναι η έρημος Σαχάρα η πραγματική, δεξιά και αριστερά σου. Παράξενες σκιές παντού, κρυμμένες στο μισοσκόταδο, έτοιμες να σου αρπάξουν την ψυχή, να την εξαφανίσουν και να σ’ αφήσουνε να πορευτείς στο μέλλον σου με μια ψυχή που παραδέρνει μέσα στην έρημο και σε αναζητά παντού για να σε σώσει, αλλά μάταια. Χωρίς σώμα, παραδέρνει απελπισμένη - κι’ εσύ, χαμένος για χαμένος, παλεύεις να επιζήσεις μέσα σ’ έναν κόσμο που σε τρομάζει απερίγραπτα, γιατί χωρίς ψυχή είσαι έρμαιο της νύχτας και της απελπισίας της μαύρης, της βαριάς, που λέγεται κατάθλιψη.
Τι είναι αυτό το συναίσθημα που έρχεται έτσι απρόσκλητο στις μύτες των ποδιών του, αόρατο, αθόρυβο, καλά προετοιμασμένο να σε τυλίξει μέσα σ’ αυτό το νέφος της δυσθυμίας εκεί που δεν το περιμένεις; Από τι ενεργοποιείται, έτσι ξαφνικά και σε κάνει να νοιώθεις αυτό το σκότος το ψηλαφητό που αγγίζεται, να το νοιώθεις να μπαίνει μέσα σου με κάθε σου εισπνοή, σαν νέφος απειλητικό, μαύρο, επικίνδυνο, τρομακτικό; Από παιδί με πολεμάει αυτό το πράγμα, από πολύ μικρό παιδί με κυνηγάει. Όταν με βάζανε για ύπνο και κλείνανε την πόρτα πίσω τους νομίζοντας πως είμαι κουρασμένος και θα κοιμηθώ αμέσως, το δωμάτιο γέμιζε απειλητικά όντα, παράξενες σκιές, μικρούς δαίμονες του μυαλού. Μικροσκοπικά πλάσματα σαν καλικαντζαράκια κακιωμένα σκαρφαλώνανε στις κουρτίνες, χωνόντουσαν κάτω από το κρεβάτι μου, με κοροϊδεύαν και με τρομάζανε πολύ. Θυμάμαι ένα βράδυ που είχαμε πάει όλοι από νωρίς το απόγευμα στα ανθεστήρια, μια γιορτή των λουλουδιών που γινότανε κάθε χρόνο την άνοιξη. Κάποια στιγμή η μητέρα μου με παρέδωσε στην Ελένη που με πρόσεχε και της είπε να πάμε σπίτι και να πέσω να κοιμηθώ γιατί οι μεγάλοι θα συνέχιζαν αλλοιώς, με χορό και ποτά στο Pam-Pam, το night-club που ήτανε της μόδας τότε, γύρω στα 1957-58. Γυρίσαμε στην οδό Σαλβάγου και μπήκαμε στο σπίτι και προχωρήσαμε στον μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στο δωμάτιό μου – και μόλις μπήκα μέσα είδα κάτι πολύ τρομαχτικό, κάτι που ποτέ δεν θα ξεχάσω: Χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες μαύρες μεγάλες κατσαρίδες είχαν καλύψει όλο το πάτωμα του παιδικού μου υπνοδωματίου. Κουνιόντουσαν, φτερούγιζαν, είχανε καταλάβει όλο τον χώρο. Η Ελένη δεν τις έβλεπε αλλά για μένα ήταν εκεί, ολοζώντανες – και ούρλιαζα απ’ τον τρόμο, έτρεμα ολόκληρος, έκλαιγα και σπαρταρούσα. Δεν μου συνέβαινε πρώτη φορά αυτό. «Το παιδί είναι νευρικό» είχα ακούσει να λένε, γι’ αυτό υπήρχε πάντα στο ντουλάπι του μπάνιου μου ένα μπουκάλι πασιφλορίνη. Μου δίνανε μια κουταλιά και ηρεμούσα κάπως όταν ερχότανε αυτό το μυστήριο νέφος της δυσθυμίας και του τρόμου μαζί που μ’ ανατρίχιαζε κι’ έκανε την καρδιά μου να χτυπάει σαν ταμπούρλο. Πασιφλορίνη. Το παιδί είναι νευρικό. Δώστου και μια δεύτερη κουταλιά να κοιμηθεί, να του περάσει.
Και πέρναγε. Την άλλη μέρα ήμουν καλά, σαν να είχα δει ένα άσχημο όνειρο, τίποτα παραπάνω. Όλα κανονικά, γέλια, παιχνίδια, σχολείο, εκδρομές, σινεμά με τα μεγάλα μου ξαδέρφια, σαμπλέ σοκολάτας στου «Παστρούδη», ναυτικός όμιλος, sporting club, φίλοι, παιδικά πάρτυ, ο μάγος «γκάλα-γκάλα» που έβγαζε ζωντανά κοτοπουλάκια μέσα από τα τενεκεδένια του ποτήρια, Μίκυ-Μάους, Κλασικά Εικονογραφημένα, «Μπονάντζα» στην τηλεόραση. Όλα κανονικά –μέχρι να επιτεθεί ξανά απροειδοποίητα αυτό το μυστήριο πράγμα που με επισκέφθηκε και την Δευτέρα το βραδάκι – αλλά δεν μπόρεσε να κάνει τη δουλειά του. Λίγο με στενοχώρησε για κάνα δεκάλεπτο και μετά έπεσε το βλέμμα μου στο εικόνισμα της Παναγίας, μια Κοίμηση που είχε φέρει η γιαγιά μου η Δήμητρα από την Κέρκυρα στην Αλεξάνδρεια όταν μεταναστεύσανε με τον παππού, εικοσάρηδες και οι δύο και ερωτευμένοι, εκεί γύρω στο τέλος του 19ου αιώνα.
Μπροστά στην Παναγία (και όλο το «σύστημα» της πίστης που με στηρίζει σε κάθε βήμα μου) όλη αυτή η μαυρίλα που τόσο με ταλαιπωρούσε από παιδάκι κι’ ακόμα με κυνηγάει αν της δοθεί η ευκαιρία, εξαφανίζεται, βγαίνει αναγκαστικά στο Φώς και ότι σκοτεινό βγαίνει από μέσα μας στο Φώς, γίνεται αμέσως Φώς. Το λέει και ο Παύλος στην επιστολή του προς τους Εφεσίους, στο 5ο κεφάλαιο: «Ό,τι φανερώνεται στο φώς, γίνεται και το ίδιο φως».
Αυτό είναι λοιπόν το μυστικό αντίδοτο στις επιθέσεις της σκοτεινής πλευράς μας που, ενώ πάει να κυριαρχήσει, συγχρόνως εύχεται να βρεις την ψυχραιμία να ανασύρεις στο φώς άλλο ένα κομμάτι της –και να το κάνεις φώς. Ό,τι παραμένει σκοτεινό μέσα μας περιμένει την ευκαιρία να βγει κι’ αυτό στο φώς –κι ‘ίσως γι’ αυτό επιτίθεται καμιά φορά με ιδιαίτερη δριμύτητα, για να μας αναγκάσει να το ανασύρουμε από τα σκοτάδια, να το δούμε κατάματα, να μιλήσουμε ή να γράψουμε γι’ αυτό. Έτσι, αυτόματα, απελευθερώνεται και χαμογελάει κάτω από την μεγάλη, γενναιόδωρη λιακάδα της αγάπης και της καλοσύνης και ο μέσα μας «σκοτεινός» εαυτός όλο και μικραίνει όσο όλο και περισσότερα κομμάτια του βγαίνουν στο φώς και γίνονται φώς.
Μέχρι που, αν βοηθήσει και η τύχη και το σύμπαν και όποιος το δημιούργησε και το συντονίζει με ανυπέρβλητη αρμονία, το μέσα μας σκοτάδι λιγοστεύει συνεχώς, μεταμορφώνεται σε φώς και μας αλλοιώνει μ’ έναν έρωτα παράξενο, δυνατό σαν τον ήλιο.
Και τότε τίποτα σκοτεινό δεν αντέχει πιά μπροστά στη λάμψη αυτή της εσωτερικής φωτοχυσίας, της εσωτερικής ηλιοφάνειας, της ψυχικής λιακάδας. Και γίνεται η ύπαρξή μας ένα δοχείο που γεμίζει φώς, περισσότερο φώς κάθε μέρα, μετά από κάθε τέτοιο αγώνα.
Γι’ αυτό λοιπόν συμβαίνουνε αυτές οι ξαφνικές «επιθέσεις» της δυσθυμίας που σκοτίζει τον νου και κάνει την καρδιά να τρομάζει: Για να αρπάξουμε την ευκαιρία να βγάλουμε στο φώς άλλο ένα σκοτεινό μας κομμάτι, κι’ έτσι να το σώσουμε –και να σωθούμε.
Γιατί «Ό,τι φανερώνεται στο φώς, γίνεται και το ίδιο φως».
Άρης Δαβαράκης (2/9/2014)

http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.p ... os&id=5361