Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Πῶς φανερώνεται ἡ ἀγάπη στόν πλησίον;

«Ἐσύ καί ὁ συνάνθρωπος»
Ἐπιλογή καί διασκευή ψυχωφελῶν κειμένων ἀπό τό βιβλίο «ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ»
τοῦ μοναχοῦ Ἀγαπίου Λάνδου τοῦ Κρητός

Ὅταν ὁ Κύριος ὅρισε τήν ἀγάπη στόν Θεό ὡς τήν «πρώτη καί πιό μεγάλη ἐντολή», πρόσθεσε: «Δεύτερη, τό ἴδιο σπουδαία μ αὐτή εἶναι: «Ν’ ἀγαπᾶς τόν πλησίον σου ὅπως τόν ἑαυτό σου»(Ματθ. 22, 38-39).
    Ὅπου κι ἄν ἀνοίξεις τή Γραφή, στούς Προφῆτες, στά Εὐαγγέλια, στίς Ἐπιστολές, σ’ ὅλη τήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, θά θαυμάσεις τό πλῆθος τῶν ἐπαίνων τῆς ἀγάπης πρός τόν πλησίον, καθώς καί τῶν συνεχῶν ὑπομνήσεων καί προτροπῶν τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς αὐτῆς.


 Στόν προφήτη Ἡσαΐα ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος καί ἡ κυριότερη ἐκδήλωση τῆς δικαιοσύνης. Βλέπουμε ἐκεῖ τούς Ἑβραίους νά παραπονιοῦνται, γιατί ὁ Θεός δέν λογάριαζε τίς νηστεῖες τους καί τά ἄλλα νομικά καθήκοντα πού ἐκπλήρωναν, ἀλλά βλέπουμε καί Ἐκεῖνον νά τούς ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ αἰτία γι’ αὐτό εἶναι ἡ σκληρότητά τους: Νηστεύετε, τούς εἶπε, ἀλλά κάνετε τά θελήματά σας, ὄχι τό δικό Μου θέλημα. Καταπιέζετε καί κακομεταχειρίζεστε ὅσους εἶναι κάτω ἀπό τήν ἐξουσία σας. Νηστεύετε, ἀλλά δέν ἀποφεύγετε τίς φιλονικίες καί τίς διαμάχες καί τήν κακοποίηση τῶν ἀδυνάτων. Ἐγώ δέν ὅρισα τέτοια νηστεία, ἀλλά θέλω νά λύσετε κάθε δεσμό σας μέ τήν ἀδικία, νά μοιράζεστε τό ψωμί σας μέ τούς πεινασμένους, νά δίνετε στέγη στούς ἄστεγους καί νά ντύνετε τούς γυμνούς. Τότε θά σᾶς περιβάλλει ἡ δόξα μου. Τότε θά προσεύχεσθε, καί θά σᾶς ἀκούω (Ἠσ. 58, 3-9).
     Παρόμοια διαβάζουμε καί στόν προφήτη Ζαχαρία. Ὅταν οἱ Ἑβραῖοι ρώτησαν τόν Κύριο μέσῳ τοῦ προφήτη γιά νηστεῖες καί προσφορές, Ἐκεῖνος τούς ἀποκάλυψε ὅτι τό θέλημά Του εἶναι νά κρίνουν μέ δικαιοσύνη, νά εἶναι σπλαχνικοί πρός τό συνάνθρωπο, νά κάνουν ἔργα ἀγάπης, νά μή μνησικακοῦν (Ζαχ. 7, 10).
  
 Ἀπορία, ὅμως, καί θαυμασμό προκαλεῖ αὐτό πού εἶναι γραμμένο στόν προφήτη Ἰεζεκιήλ γιά τά Σόδομα. Ἐνῶ εἶναι σ’ ὅλους γνωστές οἱ φοβερές σαρκικές ἁμαρτίες τῶν Σοδομιτῶν, ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει ὅτι κατέστρεψε τήν πόλη κυρίως γιά τρία ἄλλα ἁμαρτήματα: τήν ὑπερηφάνεια, τή σπατάλη καί τήν ἀσπλαχνία ἀπέναντι στόν πλησίον. «Αὐτή ἦταν ἡ παρανομία τῶν Σοδόμων…, ἡ ὑπερηφάνεια· ζοῦσαν μιά σπάταλη ζωή μέσα στήν ἀφθονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν … καί δέν ἔδιναν καμιά βοήθεια στό ἁπλωμένο χέρι τῶν φτωχῶν καί τῶν ἀναγκεμένων» (Ἰεζ. 16, 49).
   Τό ἱερό Εὐαγγέλιο, πάλι, πού εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀγάπης, τί ἄλλο τονίζει περισσότερο ἀπ’ αὐτή τήν ἀρετή; Δέν χρειάζεται παρά νά θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Κύριος προλέγοντας τό πῶς θά κριθεῖ ὁ κόσμος στή δεύτερη ἔλευσή Του, καθόρισε τά ἔργα τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο σάν ἀποφασιστικά κριτήρια γιά τή σωτηρία ἤ τόν κολασμό τοῦ καθενός μας: «Ἀφοῦ τά κάνατε αὐτά σ’ ἕναν ἀπό τούς ἄσημους αὐτούς ἀδελφούς μου, τά κάνατε σ’ ἐμένα… Ἀφοῦ δέν τά κάνατε αὐτά σ’ ἕναν ἀπό αὐτούς τούς ἄσημους ἀδελφούς μου, οὔτε σ’ ἐμένα τά κάνατε» (Ματθ. 25,40, 45).
Διακήρυξε ἀκόμα, ὅτι ὅλος ὁ νόμος καί οἱ προφῆτες συνοψίζονται στίς δύο αὐτές ἐντολές, τῆς ἀγάπης στό Θεό καί τῆς ἀγάπης στόν πλησίον (Ματθ. 22, 40). Ἀλλά καί στήν τελευταία μεγάλη διδαχή Του, στή διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ἡ κύρια ὑποθήκη Του ἦταν: «Αὐτή εἶναι ἡ δική μου ἐντολή: Ν’ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὅπως ἐγώ σᾶς ἀγάπησα» (Ἰω.15, 12). Καί πάλι: «Ἔτσι θά σᾶς ξεχωρίζουν ὅλοι πώς εἶστε μαθητές μου, ἄν ἔχετε ἀγάπη ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο»(Ἰω. 13, 35) Μάλιστα, μετά τό Δεῖπνο ἐκεῖνο, ὁ Ἰησοῦς, στή γνωστή ἀρχιερατική Του προσευχή, εἶπε καί τοῦτα τά λόγια: Σέ παρακαλῶ ὄχι μόνο γιά τούς μαθητές μου, ἀλλά καί γιά κείνους πού μέ τό κήρυγμα αὐτῶν θά πιστέψουν σ’ ἐμένα. Γιά νά εἶναι ὅλοι ἕνα, ὅπως ἐσύ, Πατέρα εἶσαι ἑνωμένος μ’ ἐμένα κι ἐγώ μ’ ἐσένα… ὥστε νά εἶναι μέσα τους ἡ ἀγάπη μέ τήν ὁποία μέ ἀγάπησες» (Ἰω. 17. 20-21, 26).
Τί σημαίνει αὐτό τό τελευταῖο χωρίο; Ὅτι ὁ Κύριος θέλει νά συνδέει τούς χριστιανούς μέ ἀγάπη τόσο μεγάλη, τόσο δυνατή, ὅσο κι ἐκείνη πού συνδέει τό Θεό Πατέρα μ’ Ἐκεῖνον, τόν Υἱό καί Λόγο Του – ἀγάπη θεία, ἀγάπη τέλεια, ἀγάπη πού κάνει ἐπουράνιους τους ἐπίγειους ἀνθρώπους.
Πῶς ἐγκωμιάζει τήν ἀγάπη ὁ ἀπόστολος Παῦλος! Τή θεωρεῖ κι ἐκεῖνος ὡς τήν τέλεια ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ: «Νά μή χρωστᾶτε σέ κανένα τίποτα, παρά μόνο τό ν’ ἀγαπάει ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ὅποιος ἀγαπάει τόν ἄλλο, ἔχει τηρήσει τό σύνολο τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Γιατί τό «μή μοιχεύσεις», «μή φονεύσεις», «μήν κλέψεις», «μήν ἐπιθυμήσεις» κι ὅλες γενικά οἱ ἐντολές συνοψίζονται στή μία ἐτούτη: «Ν’ ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου σάν τόν ἑαυτό σου» (Ρωμ. 13, 8-9). Καί στόν ἀνυπέρβλητο ἐκεῖνον ὕμνο τῆς ἀγάπης, γράφει: «Ἄν μπορῶ νά μιλάω ὅλες τίς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμα καί τῶν ἀγγέλων, ἀλλά δέν ἔχω ἀγάπη γιά τούς ἄλλους, ἔγινα σάν τόν ἄψυχο χαλκό, πού βουίζει, ὅταν τόν χτυποῦν, ἤ σάν τό κύμβαλο, πού βγάζει θορυβώδη ἦχο. Κι ἄν ἔχω τῆς προφητείας τό χάρισμα κι ὅλα κατέχω τά μυστήρια κι ὅλη τή γνώση, κι ἄν ἔχω ἀκόμα ὅλη τήν πίστη, ἔτσι πού νά μετακινῶ βουνά, ἀλλά δέν ἔχω ἀγάπη, εἶμαι ἕνα τίποτα… Ἐκεῖνος πού ἀγαπάει ἔχει μακροθυμία, ἔχει καί καλοσύνη· ἐκεῖνος πού ἀγαπάει δέν ζηλοφθονεῖ· ἐκεῖνος πού ἀγαπάει δέν κομπάζει, οὔτε ὑπερηφανεύεται, εἶναι εὐπρεπής, δέν εἶναι ἐγωιστής οὔτε εὐερέθιστος· ξεχνάει τό κακό πού τοῦ ἔχουν κάνει, δέν χαίρεται γιά τό ἄδικο πού γίνεται, ἀλλά μετέχει στή χαρά γιά τό σωστό. Ἐκεῖνος πού ἀγαπάει, ὅλα τά ἀνέχεται, σέ ὅλα ἐμπιστεύεται, γιά ὅλα ἐλπίζει, ὅλα τά ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη ποτέ δέν θά πάψει νά ὑπάρχει» (Α΄ Κόρ. 23, 1 -8).
Ἐκεῖνος, ὅμως, πού μιλάει περισσότερο γιά τήν ἀγάπη, δέν εἶναι φυσικά ἄλλος ἀπό τόν ἀγαπημένο μαθητή τοῦ Κυρίου, τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Θεολόγο. Στίς ἐπιστολές  του ταυτίζει τήν ἀρετή τῆς ἀγάπης μέ τόν ἴδιο τόν Θεό: «Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη κι ὅποιος ζεῖ μέσα στήν ἀγάπη, ζεῖ μέσα στό Θεό, κι ὁ Θεός μέσα σ’ αὐτόν» (Α΄ Ἰω. 4, 16). Καί ἐξηγεῖ, ὅτι δέν μπορεῖ ν’ ἀγαπάει τόν Θεό ἕνας ἄνθρωπος πού ἔχει τοῦ κόσμου τά πλούτη, καί δέν σπλαχνίζεται τόν συνάνθρωπό του πού βρίσκεται σέ ἀνάγκη (Α΄ Ἰω. 3, 17). Γι’ αὐτό μᾶς προτρέπει: «Παιδιά μου, ἄς μήν ἀγαπᾶμε μέ λόγια καί ὡραῖες φράσεις, ἀλλά μέ ἔργα καί ἀγάπη ἀληθινή» (Α΄ Ἰω. 3, 18). Καί ἀλλοῦ, γενικεύοντας τήν ἴδια σκέψη, τονίζει: «Ἄν κάποιος πεῖ «ἀγαπῶ τόν Θεό», μισεῖ ὅμως τόν ἀδελφό του, εἶναι ψεύτης. Γιατί, πραγματικά, αὐτός πού δέν ἀγαπάει τόν ἀδελφό του, τόν ὁποῖο βλέπει, πῶς μπορεῖ ν’ ἀγαπάει τόν Θεό Τόν Ὁποῖο δέν βλέπει;» (Α΄,Ἰω. 4, 20). Τέλος, ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ὁ εὐαγγελιστής καί ἀπόστολος τῆς ἀγάπης, ὅταν πιά ἔφτασε σέ βαθιά γεράματα καί δέν εἶχε τή δύναμη νά κηρύσσει, ὅπως πρῶτα, στίς χριστιανικές κοινότητες τῆς Ἐφέσου, ὅπου πήγαινε ὑποβασταζόμενος, ἐπαναλάμβανε ἀκατάπαυστα μόνο αὐτές τίς τρεῖς λέξεις: «Τεκνία ἀγαπᾶτε ἀλλήλους».
Ἄς ἀρκεστοῦμε, ὅμως, σ’ αὐτές μόνο τίς βασικές ἁγιογραφικές μαρτυρίες, πού ἀποκαλύπτουν καθαρά τό μέγεθος καί τή σημασία τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης πρός τόν πλησίον, καί ἄς δοῦμε τώρα πῶς μποροῦμε νά ἐκδηλώσουμε καί νά ὑλοποιήσουμε αὐτή τή χριστομίμητη ἀρετή.
Μέ ἕξι τρόπους, πού ἀποτελοῦν ἰσάριθμες βαθμίδες προόδου, καλλιεργεῖται, αὐξάνεται καί ὁλοκληρώνεται ἡ ἀγάπη.
      Ὁ πρῶτος  τρόπος – βαθμός εἶναι ἡ ἁπλή βίωση ἑνός ἀγαπητικοῦ αἰσθήματος, μία ἁπλή κίνηση τῆς καρδιᾶς, πού δέν προχωράει ὅμως σέ τίποτε ἄλλο.
      Ὁ δεύτερος  βαθμός  εἶναι ἡ συμπαράσταση στόν πλησίον μέ παρήγορα λόγια καί καλές συμβουλές.
      Ὁ τρίτος  βαθμός εἶναι ἡ ὑλική βοήθεια στήν ἀνάγκη του, ἔστω κι ἀπό τό ὑστέρημά μας.
      Ὁ τέταρτος   βαθμός εἶναι ἡ ὑπομονή καί ἡ ἀνεξικακία στίς ὕβρεις, στίς συκοφαντίες, στίς ἀδικίες καί σέ κάθε κακό πού μᾶς κάνει ὁ πλησίον.
      Ὁ πέμπτος   βαθμός εἶναι  ὄχι μόνο ἡ ὑπομονή, ἀλλά καί ἡ συγχώρηση ἐκείνου πού μᾶς βλάπτει.
      Καί ὁ ἕκτος  βαθμός εἶναι ἡ διπλή προσφορά στόν πλησίον, προσφορά δηλαδή τόσο πνευματική ὅσο καί ὑλική, πού γίνεται εἴτε μέ τήν παραδειγματικά ἐνάρετη ζωή μας, εἴτε μέ τούς παρηγορητικούς καί ἐποικοδομητικούς λόγους μας, εἴτε μέ τήν ἐλεημοσύνη καί ἀγαθοεργίες.
     Ἡ ὁλοκληρωμένη ἀγάπη ἔχει περάσει, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τίς ἕξι παραπάνω βαθμίδες, ὁπότε ἐκδηλώνεται καί μέ τούς ἕξι ἀντίστοιχους τρόπους. Βέβαια, πέρα ἀπ’ αὐτές τίς θετικές ἤ ὅπως λέγονται,  στερεωτικές  ἐκδηλώσεις τῆς ἀγάπης, δηλαδή τό τί πρέπει νά κάνουμε στόν πλησίον, ὑπάρχουν καί οἱ  ἀρνητικές ,  δηλαδή τό τί πρέπει ν’ ἀποφεύγουμε:  Νά μήν τόν κατακρίνουμε, νά μήν τόν ἀδικοῦμε, νά μήν τοῦ δίνουμε κακές συμβουλές ἤ τό κακό παράδειγμα κ.ο.κ. Γιά τήν ἀποφυγή τοῦ κακοῦ, ὅμως, μιλήσαμε στό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου.
     Ἄν φροντίσεις νά θυμᾶσαι πάντα καί ἄν ἀγωνίζεσαι νά ἐφαρμόζεις στή ζωή σου ὅσα διάβασες ἐδῶ, τότε θά ἐκπληρώνεις τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης ὅπως θέλει ὁ Χριστός.
   
   Πρίν κλείσουμε καί τοῦτο τό κεφάλαιο, ἄς ἐπαναλάβουμε καί ἄς ἐξηγήσουμε μία παρομοίωση πού κάναμε στό προηγούμενο: ὅτι ἀπέναντι στόν πλησίον πρέπει νά ἔχεις  καρδιά μάνας.  Τί σημαίνει αὐτό;
     Παρατήρησε μία καλή καί γνωστική μάνα, πόση ἀγάπη ἔχει στό παιδί της, πῶς τό συμβουλεύει καί τό νουθετεῖ, πῶς τό φροντίζει καί τό βοηθάει σ’ ὅλες του τίς ἀνάγκες, πῶς ἄλλες φορές ὑπομένει καρτερικά τίς ἀταξίες του καί ἄλλες τό μαλώνει ἤ τό τιμωρεῖ μέ διάκριση. Συχνά, πάλι, προσποιεῖται ὅτι δέν ἀντιλήφθηκε τά σφάλματά του, σκεπάζοντάς τα μέ σύνεση. Μέ ὅλους αὐτούς τούς τρόπους, ἡ μητρική ἀγάπη εἶναι πού ἐκδηλώνεται σάν βασίλισσα καί μητέρα ὅλων τῶν ἀρετῶν. Συνάμα συλλογίσου, πόσο χαίρεται καί ἀγάλλεται μία μάνα, ὅταν τό παιδί της εἶναι καλά καί εὐτυχεῖ· πόσο πονάει καί θλίβεται, ὅταν εἶναι ἄρρωστο  ἤ δυστυχεῖ· μέ πόσο ζῆλο ἀγωνίζεται γιά τήν προκοπή καί τήν ὠφέλειά του· μέ πόση θέρμη προσεύχεται γί αὐτό· κοντολογίς, πόσο νοιάζεται γιά τό παιδί της περισσότερο παρά γιά τόν ἑαυτό της – τόσο, πού καί τή ζωή της θυσιάζει πρόθυμα, ἄν πρόκειται νά σώσει ἔτσι τή δική του.
     Ἴσως θά ρωτήσεις· πῶς μπορεῖς νά ἔχεις τέτοια διάθεση καρδιᾶς ἀπέναντι σ’ ἕναν ξένο καί ἄγνωστό σου; Μάθε, λοιπόν, ὅτι κάθε ἄνθρωπος, γνωστός ἤ ἄγνωστος σ’ ἐσένα, εἶναι, ὅπως ἀκριβῶς κι ἐσύ, δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί παιδί Του, ἑπομένως ἀδελφός σου. Ὁ πλησίον εἶναι ζωντανό μέλος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως κι ἐσύ, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου: «Ὁ Χριστός μοιάζει μέ τό σῶμα, πού, ἐνῶ εἶναι ἕνα, ἔχει πολλά μέλη· καί ὅλα τά μέλη τοῦ σώματος, ἄν καί εἶναι πολλά, ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα… Ἐσεῖς ὅλοι μαζί ἀποτελεῖτε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί εἶστε μέλη του, ὁ καθένας σας χωριστά» (Α΄ Κόρ. 12, 12, 27). Γι’ αὐτό, ἄν κάνεις κακό στόν πλησίον, εἶναι σάν νά τό κάνεις στόν ἴδιο τό Χριστό· καί ἄν τόν εὐεργετήσεις, εἶναι σάν νά εὐεργέτησες τό Χριστό. Ἔτσι δέν πρέπει νά βλέπεις τόν πλησίον σάν ἄνθρωπο, ἀλλά σάν τόν Κύριο, ἀφοῦ εἶναι καί μέλος Του καί εἰκόνα Του.
    Βίασε, λοιπόν, τή θέλησή σου στήν καλλιέργεια καί τήν αὔξηση τῆς ἀγάπης πρός τό συνάνθρωπο, γιατί μ’ αὐτήν ἀναγνωρίζεσαι σάν γνήσιος μαθητής τοῦ Θεανθρώπου, ἐνῶ χωρίς αὐτήν σέ τίποτα δέν ὠφελεῖσαι, ὅσες ἄλλες ἀρετές κι ἄν ἔχεις.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ
Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά  Μονή.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
http://HristosPanagia3.blogspot.com