Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Στήν Ἐκκλησία γινόμαστε ἕνα μέ ὅλους τούς τοῦ Χριστοῦ.

Ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά καί νά παραμείνουμε στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ (πού εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία) εἶναι, νά γίνουμε «ἕνα μέ ὅλους τούς τοῦ Χριστοῦ»[1]. Αὐτό γίνεται μόνο διά τῆς ταπείνωσης καί τῆς ὑπακοῆς στόν Χριστό, ὁπότε, ὅπως δίδασκε ὁ Γέροντας, ἀποκτοῦμε ὅλοι « κοινό κέντρο τόν Χριστό»[2]. Ἔχουμε τότε τό ἴδιο θέλημα, τό ἴδιο φρόνημα, τό ἴδιο πνεῦμα. Στήν Ἐκκλησία πράγματι γινόμαστε «ἕνα»:

  α) σωματικά (ἀφοῦ ἔχουμε ὅλη τήν ἴδια φύση (τήν ἀνθρώπινη) ἀλλά ἐπίσης καί ἀκόμη περισσότερο, διότι κοινωνοῦμε τήν ἴδια Τεθεωμένη Σάρκα καί τό ἴδιο Τεθεωμένο Αἷμα τοῦ Κυρίου).

   β) πνευματικά (ἀφοῦ ἔχουμε ὅλοι τό ἴδιο πνεῦμα, τό ἴδιο θέλημα καί φρόνημα: τό Πανάγιον Θέλημα καί Φρόνημα τοῦ Κυρίου). Ἀκόμη, γινόμαστε ἕνα καί


γ)  κατά τήν ἐνέργεια (ἀφοῦ ὅλοι ἀποκτοῦμε τήν ἴδια ἐνέργεια : τήν ἐνέργεια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ).


Το τρίπτυχο «ταπείνωση-ὑπακοή-ἀγάπη» μᾶς σταθεροποιεῖ ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, παρά τούς ὅποιους πειρασμούς. Ὁ ταπεινός ζεῖ ἀπό τώρα, μέσα στήν ἐπίγεια «ἄκτιστη Ἐκκλησία»[3]. Ὁ Χριστός μας θέλει νά ταπεινωνόμαστε ὁ ἕνας στόν ἄλλον με τήν ὑπομονή καί τήν ἐκτός ἁμαρτίας ὑπακοή μας πρός ὅλους, κατά τό: «ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ»[4] τοῦ Ἀπ. Παύλου. Διά τῆς ὑπακοῆς στόν Χριστό ἀποκτοῦμε ὅλοι τό ἴδιο θέλημα καί τό ἴδιο φρόνημα. Ἔτσι ἐπιτυγχάνεται ἡ πλήρης ψυχοσωματική ἑνότης μας μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἄν δέν προσέξουμε καί χάσουμε τήν ταπείνωση-ὑπακοή-ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί τούς ἀδελφούς μας, τότε εἶναι ἀδύνατο νά παραμείνουμε στήν Ἐκκλησία, ὅπου ἔχουμε τό Ἁγιοτριαδικό Φῶς. Τό φῶς συντηρεῖται μέ τήν ἔμπρακτη ταπείνωση (πού εἶναι ἡ ὑπακοή) καθώς καί μέ τήν ἀνιδιοτελή ἀγάπη.

Γιά νά παραμείνουμε στήν Ἐκκλησία, θά πρέπει ν΄ ἀγαποῦμε ὅλο καί περισσότερο τόν Χριστό, τήν Ἐκκλησία, καθώς καί αὐτούς, πού εἶναι ἀκόμη ἐκτός Αὐτῆς. Ὁ Χριστός φανερώνεται στήν μεταξύ μας ἑνότητα[5]. Τότε παραμένουμε στήν Ἐκκλησία, ὅταν ἀγαπᾶμε τούς ἀδελφούς μας ἀλλά καί ὅλο τόν κόσμο. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἔκανε σῶμα του. Ἄν δέν ἀγαποῦμε τούς ἄλλους, δέν ἀγαποῦμε οὔτε τόν Χριστό. Ἡ συνάντηση μέ τόν Χριστό γίνεται μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν δέν τά ἔχουμε καλά μέ τούς ἄλλους, δέν κοινωνοῦμε μέ τόν Χριστό[6].

Τότε ζοῦμε ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἀγαποῦμε καί τούς «δυνάμει» ἀδελφούς μας, πού εἶναι ὅλος ὁ κόσμος. Ὅταν ἀγαποῦμε καί τούς εὑρισκομένους μακράν τῆς πίστεως, ἀλλά καί τούς διατεθειμένους ἐχθρικά ἀπέναντι στόν Χριστό καί σ’ ἐμᾶς, τότε ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία. Ἐφ’ ὅσον ἀγαποῦμε τόν Χριστό, αὐτό σημαίνει ὅτι ἀγαποῦμε ὅ,τι καί Αὐτός ἀγαπᾶ, δηλαδή  ὅλους τούς ἀνθρώπους. «Κάποτε κάποιοι», σύμφωνα μέ μαρτυρία πνευματικοῦ του παιδιοῦ, «εἶπαν στόν γέροντα Πορφύριο νά προσευχηθεῖ νά πεθάνει ὁ Στάλιν γιά νά γλυτώσει ὁ κόσμος ἀπό τά ἐγκλήματά του. Τούς ἀπάντησε ὅτι αὐτό δέν ἐπιτρέπεται καί πρέπει νά εὐχόμεθα νά μετανοήσει»[7]. Θά πρέπει ν΄ ἀγαπήσουμε τόσο, ὥστε νά θέλουμε νά πεθάνουμε γιά ὅλους, ὅπως ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Στήν Ἐκκλησία παραμένουμε, ὅταν ἀγαπᾶμε, σεβόμενοι τό πρόσωπο, τήν ἰδιαιτερότητα καί τήν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου. Στήν Ἐκκλησία ἀγαπᾶμε τόν καθένα μέ ἰδιαίτερο – μοναδικό τρόπο, διότι ὁ καθένας εἶναι μοναδικός. Στήν Ἐκκλησία, καί μόνο σ’ Αὐτήν, διασώζεται καί τελειοποιεῖται τό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου· ὁ ἄνθρωπος δέν γίνεται μᾶζα, πολτός. «Ὁ γέρων Πορφύριος», σύμφωνα μέ μαρτυρίες ἐπισκεπτῶν-πνευματικῶν του παιδιῶν, «ἀγαποῦσε ὅλους μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι μοναδική γιά τόν καθένα...Κάθε ἐπισκέπτης διαβεβαίωνε τούς ἄλλους ὅτι αὐτόν εἰδικά ὁ Γέροντας τόν ἀγαποῦσε περισσότερο ἀπό ὅλους»[8].
Ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή καί ἡ μόνη πού, ὅταν τήν διαφυλάσσουμε, μᾶς δίνει την δυνατότητα νά παραμένουμε ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ κοσμική ἀγάπη (αὐτή πού ὀνομάζεται «ἀγάπη», ἀλλά στην πραγματικότητα εἶναι μιά ἐμπορική καί ἀνταποδοτική σχέση) μᾶς χωρίζει ἀπό τήν Ἐκκλησία, διότι εἶναι ἰδιοτελής[9], ἐμπαθής καί κάνει διακρίσεις. Ὁ ἐν Χριστῷ ἀγαπῶν, ἀγαπᾶ ἀκόμη καί αὐτούς πού τόν μισοῦν (δηλαδή  τούς ἐχθρούς του). Ἡ ἐν Χριστῶ ἀγάπη δέν παύει ποτέ. Εἶναι ἡ ἀγάπη «πού δέν ἐκπίπτει ποτέ»[10].

Ὅποιος «ἀγαπάει», εὑρισκόμενος ἐκτός Ἐκκλησίας, ψέμματα λέει, ὅτι ἀγαπάει. Στήν πραγματικότητα βιώνει τήν ἀπόλυτη μοναξιά τῆς αὐτοφυλάκισης στήν φιλαυτία του, ἡ ὁποία μόνο μέ τήν ζωή ἐντός τῆς Ἐκκλησίας ὑπερβαίνεται. Ὁ μή ζῶν ἐν τῷ Χριστῷ, δηλαδή  ἐν τῇ Ἐκκλησία, οὐσιαστικά μισεῖ καί ὑποκύπτει σέ ὅλα τά πάθη· μισεῖ ὅλο καί περισσότερο, δηλαδή ἀπομακρύνεται (μισεύει) ἀπό ὅλους τούς ἄλλους. Μόνο ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, μέ τόν Χριστό, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ξεπεράσει τήν ἄρρωστη ἀγάπη, πού ἔχει στόν ἑαυτό του καί νά ἀδειάσει τήν καρδιά του ἀπό τό ἐγώ του καί τά πάθη του[11]. Μόνο ζώντας μυστηριακά καί ἀσκητικά μέ κέντρο τόν Χριστό, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά δημιουργήσει χῶρο στήν καρδιά του, γιά νά χωρέσει ὁ ἄλλος (ὁ συνάνθρωπος) καί ὁ Ἄλλος (δηλαδή  ὁ Θεός). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ζώντας στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, λέγει μέ πολύ δυναμικό τρόπο, ὅτι τίποτε δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίσει ἀπ’ αὐτήν (Ρωμ. 8, 35-39). Καί ἀσφαλῶς οὔτε κάποιος φόβος, οὔτε κάποια ἄλλη ἀγάπη. Γι’ αὐτό οἱ ἀνθρώπινες προσκολλήσεις σέ πρόσωπα, πού στόν κοσμικό τρόπο ζωῆς ὀνομάζονται «ἀγάπες», ἐφ’ ὅσον ἀπομακρύνουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ψεύτικες καί αὐτό ἀποδεικνύεται ἀπό τό πόσο γρήγορα καί εὔκολα μετατρέπονται σέ ἀβυσσαλέο μῖσος[12].
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
http://Hristospanagia3.blogspot.com