Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Αι μοναχικαί υποσχέσεις


Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ
Πολλοί νομίζουν ότι κυριωτέρα διαφορά της μοναχικής από της συνήθους μορφής ζωής των άλλων ανθρώπων έγκειται εις την αγαμίαν.
 Αλλά σ
υμφώνως προς τους αρχαίους Πατέρας και τους συγχρόνους ασκητάς μεγαλυτέραν σπουδαιότητα έχει η υπακοή, διότι ουχί σπανίως άνθρωποι διέρχονται την ζωήν αυτών εν αγαμία, χωρίς να είναι μοναχοί, ουχί μόνον υπό την μυστηριακήν έννοιαν, αλλ' ούτε και κατά το πνεύμα. Και η ακτημοσύνη, εάν εννοήσωμεν αυτήν απλώς ως ικανότητα να αρκείταί τις εις τα ολίγα, είναι δυνατόν να ευρεθή και εις ανθρώπους εντελώς ξένους προς το μοναχικόν πνεύμα. Προς τούτοις, σκοπός ημών δεν είναι να αξιολογήσωμεν τας θεμελιώδεις μοναχικάς υποσχέσεις ως προς την σπουδαιότητα αυτών. Μάλλον πρέπει να καταδείξωμεν ότι δια της συμβολής και των τριών υποσχέσεων δημιουργούνται αι απαραίτητοι προϋποθέσεις, αι οποίαι ευνοούν την επίτευξιν του κυρίου σκοπού του ασκητού, ήτοι της απαθείας (της νίκης επί των παθών) και της καθαράς προσευχής.
1. Η υπακοή
Η υπακοή είναι η βάσις του μοναχισμού. Ο λόγος περί αυτής καθίσταται ιδιαιτέρως δύσκολος, διότι, καίτοι άρχεται εκ φαινομενικώς χονδροειδών και αφελών μορφών, ανυψοί τον άνθρωπον προς εκείνον τον κόσμον, ο οποίος δεν περιγράφεται, διότι ουδεμία ανθρωπίνη έννοια δύναται να αποδώση ο,τιδήποτε περί αυτού. Η υπακοή αποτελεί τρόπον τινά ιερόν απόρρητον, το οποίον αποκαλύπτεται μόνον δια του Αγίου Πνεύματος, και το οποίον συγχρόνως είναι μυστήριον και ζωη εν τη Εκκλησία. Η υπακοή, ως αποταγή του ιδίου θελήματος και φρονήματος, είναι δυνατόν να φανή ως έργον αντίθετον προς τον σκοπόν του Θεού περί του ανθρώπου, του πεπροικισμένου δι' ελευθερίας ομοίας προς την εαυτού και κεκλημένου ίνα συμβασιλεύση μετ Αυτού δυνάμει της ελευθερίας ταύτης. Πολλοί, δια της παραδόσεως της θελήσεως και της λογικής εις την εξουσίαν άλλου προσώπου, έστω και ιερωμένου, θα ησθάνοντο κενόν τι υποκάτω των ποδών αυτών. Το βήμα τούτο θα εφαίνετο εις αυτούς ως πτώσις εις την άβυσσον του σκότους, ως απώλεια της προσωπικότητος αυτών, ως παράδοσις εαυτών εις την φρικτήν δουλείαν, ως αυτοεκμηδενισμός. Αλλ' εις εκείνους οι οποίοι δια της πίστεως ηκολούθησαν την διδασκαλίαν της Εκκλησίας και επραγματοποίησαν τοιαύτην αποταγήν εν τω πνεύματι αυτής της διδασκαλίας, η υπακοή απεδείχθη ανεκφράστως μέγα δώρον άνωθεν. Ο «υποτακτικός» δύναται να παραβληθή προς αετόν, ο οποίος δια της δυνάμεως των πτερύγων αυτού υψούται προς τα ύψη και ηρέμως παρατηρεί το διάστημα το χωρίζον αυτόν από της γης, χαίρων δια την ασφάλειαν αυτού, δια την κυριαρχίαν αυτού επί του ύψους, το οποίον δια τους άλλους είναι απρόσιτον και θανασίμως φοβερόν. Αναθέτων μετ' εμπιστοσύνης, προθυμίας, αγάπης και χαράς την θέλησιν αυτού και πάσαν την κρίσιν περί εαυτού εις τον πνευματικόν αυτού πατέρα, ο υποτακτικός1 δι' αυτού ακριβώς του τρόπου ελευθερούται εκ του βαρέος φορτίου των επιγείων φροντίδων και γνωρίζει την ανεκτίμητον εκείνην δωρεάν —την εν Θεώ καθαρότητα του νοός.
Ο μοναχισμός είναι προ παντός καθαρότης νοός. Άνευ υπακοής είναι αδύνατον να επιτευχθή τούτο, και ως εκ τούτου άνευ υπακοής δεν υπάρχει μοναχισμός. Ο ανυπότακτος δεν είναι μοναχός κατά την αληθή έννοιαν της κλήσεως ταύτης. Είναι δυνατόν να κατορθώση τις μεγάλας δωρεάς του Θεού και εκτός του μοναχισμού μέχρι και της τελειότητος των μαρτύρων, αλλ' η καθαρότης του νου είναι ιδιαιτέρα τις δωρεά προς τον μοναχισμόν, άγνωστος εις τας άλλας θεαρέστους οδούς. Ο μοναχός γνωρίζει την κατάστασιν ταύτην ουχί άλλως, ει μη δια της ασκήσεως της υπακοής. Ιδού διατί θεωρούμεν αυτήν ως την κυρίαν βάσιν του μοναχισμού, εντός της οποίας περικλείονται αι άλλαι δύο υποσχέσεις ως φυσική τις συνέπεια. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, επί παραδείγματι, εκφράζεται ως εξής: «Μητηρ αγνείας, ησυχία συν υπακοή. Η μεν εξ ησυχίας κατορθουμένη του σώματος απάθεια, κόσμω πολλάκις πλησιάζουσα, ουκ ασάλευτος έμεινεν• η δε εξ υπακοής προσγινομένη, πανταχού δόκιμος και ακράδαντος»2.
Και περί της ακτημοσύνης λέγει ότι εκείνος ο οποίος παρέδωκεν (εις την υπακοήν) και την εαυτού ψυχήν θα μεριμνά άρα γε περί κτήσεων;...Ούτως η υπακοή, δια της ξενιτείας εκ του κόσμου και της απαρνήσεως του ιδίου θελήματος,...«ώσπερ εν χρυσαίς πτέρυξι προς τον ουρανόν (της απαθείας) αόκνως ανέρχεται η οσία»3.
Η υπακοή είναι πνευματικόν μυστήριον εν τη Εκκλησία και, ως εκ τούτου, αι σχέσεις μεταξύ Γεροντος και υποτακτικού έχουν ωσαύτως ιερόν χαρακτήρα. Ως είπομεν ανωτέρω, το μυστήριον τούτο δια τον υποτακτικόν έγκειται εις την εκμάθησιν να πράττη το θέλημα του Θεού, ώστε να εισέλθη εις την σφαίραν αυτού του Θείου Θελήματος, και ούτω να καταστή μέτοχος της Θείας ζωής. Δια δε τον Γεροντα το μυστήριον τούτο συνίσταται εις το να οδηγήση τον υποτακτικόν δια της προσευχής και του αγώνος της ζωής αυτού εις την γνώσιν της οδού ταύτης και να καλλιεργήση εις αυτόν την αληθινήν ελευθερίαν, άνευ της οποίας η σωτηρία καθίσταται αδύνατος.
Η αληθινή ελευθερία υπάρχει εκεί, «ου το Πνεύμα Κυρίου» (Β' Κορ. γ' 17), και δια τούτο σκοπός της υπακοής, όπως και της χριστιανικής ζωής εν γένει, είναι η απόκτησις του Αγίου Πνεύματος.
Ουδέποτε φιλοδοξεί ο πνευματικός να υποδουλώση την θέλησιν του υποτακτικού εις την ιδίαν αυτού «ανθρωπίνην» θέλησιν, αλλά κατά την πορείαν της καθ' ημέραν κοινής ζωής αυτών είναι δυναταί τοιαύται περιπτώσεις, κατά τας οποίας ο πνευματικός επιμένει εις την εκπλήρωσιν της υποδείξεως αυτού. Εις δόκιμος όμως υποτακτικός δεν θα ηνάγκαζε ποτέ τον πνευματικόν αυτού να φθάση μέχρις του σημείου τούτου.
Ο αγών του πνευματικού οδηγού είναι βαρύτερος του αγώνος του υποτακτικού λόγω της μεγάλης ευθύνης αυτού ενώπιον του Θεού. Αλλ' η ευθύνη αύτη βαρύνει τον πνευματικόν μόνον τότε, όταν ο μαθητής άνευ επιφυλάξεως υπακούη εις αυτόν. Εν εναντία περιπτώσει άπαν το βάρος της απολογίας δια τας πράξεις αυτού φέρει ο ίδιος ο υποτακτικός, όστις τοιουτοτρόπως δεν ωφελείται εκ της υπακοής. Ο θεσμός του Γεροντος εν τούτοις ουδέποτε υφίσταται δια να απαλλάσση τους υποτασσομένους εκ πάσης ευθύνης, αλλά δια να διδάσκη εις αυτούς την γνησίαν χριστιανικήν ζωήν και την αληθινήν χριστιανικήν ελευθερίαν, χάριν των οποίων είναι αναγκαίον δια της υπακοής να υπερνικήσουν το πάθος της φιλαρχίας και της φιλοδοξίας. Ο άνθρωπος ο οποίος υποδουλοί τον αδελφόν-συνάθρωπον αυτού, η έστω επιβουλεύεται την ελευθερίαν αυτού, καταστρέφει αφεύκτως την ιδίαν αυτού ελευθερίαν, διότι η τοιαύτη επιδίωξις αποτελεί καθ' εαυτήν πτώσιν εκ της Θείας ζωής της αγάπης, εις την οποίαν εκλήθη ο άνθρωπος.
Εν των κυριωτέρων κωλυμάτων, δια να φθάση τις εις την κατάστασιν, προς την οποίαν καλεί ημάς η εντολή του Χριστού, είναι η φιλαυτία, ο εγωϊσμός ημών. Η υπακοή είναι η καλυτέρα οδός προς υπερνίκησιν της εντός ημών συνεπείας του προπατορικού αμαρτήματος. Όταν κόπτωμεν το θέλημα ημών ενώπιον του αδελφού, υπερνικώμεν εκείνα τα «ρήγματα», τα οποία δια της πτώσεως του Αδάμ κατέτεμον την φύσιν ημών, ενώ αύτη ήτο κατ' αρχάς ενιαία, «προς τον Θεόν συνηγμένη». Ποθεν λοιπόν πηγάζει ο αγών ούτος των αντιμαχομένων θελήσεων εν ημίν, εφ' όσον εν τω Θεώ μία μόνον Θελησις υπάρχει;
Όταν «κόπτωμεν» το θέλημα ημών ενώπιον του Θεού, παραδιδόμενοι εις το θέλημα Αυτού και «μισούντες» τας μικράς «ατομικάς» ημών επιθυμίας, καθιστάμεθα ικανοί να δεχθώμεν και να φέρωμεν εντός ημών την ενέργειαν του Θείου Θελήματος. Τελειούμεθα εν τη υπακοή εις τον Θεόν και τον αδελφόν ημών, τελειούμεθα εν τη αγάπη, διευρύνομεν το είναι ημών, μέχρι να φθάσωμεν εις την πληρότητα της Θεανδρικής υπάρξεως κατ' εικόνα του Θεανθρώπου Χριστού, διότι δεν υπάρχουν όρια εις την αγάπην του Θεού προς τον άνθρωπον. Μολονότι κατά την ουσίαν Αυτού ο Θεός είναι και παραμένει αιωνίως απρόσιτος και ακοινώνητος εις την κτίσιν, όμως κατά την ενέργειαν και την χάριν Αυτού επιθυμεί να ενωθή μετά του ανθρώπου τοσούτον στενώς και τοσούτον πλήρως, ώστε ο άνθρωπος να καταστή κατά χάριν θεός, όμοιος προς τον Θεόν-Δημιουργόν κατά την εικόνα της υπάρξεως Αυτού. Η Θεία Αποκάλυψις λέγει: «Ο νικών, δώσω αυτώ καθίσαι μετ' Εμού εν τω Θρόνω Μου» (Αποκ. γ' 21).
Ο νοήμων άνθρωπος της σήμερον, δια της προς πάσαν κατεύθυνσιν ανεπτυγμένης κριτικής αυτού στάσεως, είναι ασυγκρίτως ολιγώτερον ικανός προς άσκησιν της μοναχικής υπακοής η ο απλούς άνθρωπος, ο απείραστος της περιεργείας του νοός. Ο πρώτος αγαπά το κριτικόν αυτού πνεύμα και πιστεύει συνήθως ότι εις αυτό κυρίως οφείλει την αξίαν αυτού, θεωρών τούτο ως θεμέλιον της «προσωπικής» αυτού ζωής. Δια τούτο είναι ανάγκη, πριν γίνη υποτακτικός, να απαρνηθή τον πλούτον τούτον, άλλως, κατά τον λόγον του Χριστού (βλ. Λουκ. ιδ' 33), δεν θα δυνηθή να εισέλθη εις την Βασιλείαν. Αλλά πως είναι δυνατόν να επιτευχθή τούτο; Μηπως εκείνος ενώπιον του οποίου κόπτει το θέλημα αυτού δεν είναι κοινός άνθρωπος, όμοιος προς πάντας ημάς, και δεν αποκλείεται ενίοτε να φαίνηται και κατώτερος; Και αρχίζει να διαλογίζηται ούτος: «Τι είναι ο Γερων; Μηπως είναι μάντις; Και πόθεν γνωρίζει ούτος το θέλημα του Θεού; Ο Θεός έδωκεν εις ημάς λογικόν και ημείς οφείλομεν να κρίνωμεν. Ιδού, επί παραδείγματι, εκείνο το οποίον νυν είπεν εις εμέ ο Γερων είναι τελείως παράλογον», και ούτω καθ' εξής. Η τοιαύτη στάσις έναντι του Γεροντος προσδίδει εις πάντα λόγον αυτού, εις πάσαν υπόδειξιν αυτού, χαρακτήρα αβεβαιότητος και σχετικότητος. Ο τοιούτος υποτακτικός επιλανθάνεται ότι το θέλημα του Θεού εις τούτον τον κόσμον φανερούται υπό τας αυτάς σχετικάς μορφάς, υπό τας οποίας φανερούται και η φυσική θέλησις του ανθρώπου, καθώς και η των δαιμονίων, η οποία υποβάλλεται εις τους ανθρώπους. Κρίνει κατά το εξωτερικόν, όπως εν γένει αρμόζει εις τον «λογικόν» άνθρωπον να κρίνη, και ως εκ τούτου αδυνατεί να εύρη την οδόν της ζώσης πίστεως.
Ο Άγιος Ιωάννης λέγει: «Όσοι τας εαυτών ωνάς εκουσίως σπεύδετε γράψαι, αντ' εκείνων ελευθερίαν γραφήναι υμίν βούλεσθε»4. Ούτως η πείρα της υπακοής αποβαίνει, εν τέλει, πείρα της αυθεντικής εν τω Θεώ ελευθερίας.
Εκ της εμπειρίας της στάσεως αυτού ενώπιον της Θείας αληθείας ο ασκητής πείθεται ακραδάντως περί της ατελείας του λογικού αυτού. Και τούτο αποτελεί σημαντικόν σταθμόν εις την ζωήν του ασκητού. Δια της απιστίας εις την ιδίαν αυτού «λογικήν» κρίσιν ο μοναχός ελευθερούται εκ του εφιάλτου, υπό τον οποίον ζη άπασα η ανθρωπότης.
Υπάρχουν δύο κατηγορίαι μοναχών: Οι μεν έχουν το δώρον της απλής, αμέσου πίστεως και εισέρχονται ευκόλως εις την οδόν της υπακοής• οι άλλοι, καίτοι έχουν τον σφοδρόν πόθον προς τον Θεόν και τον ζήλον να ζήσουν κατά τας εντολάς του Κυρίου, εν τούτοις μετά μεγάλου κόπου ελευθερούνται εκ της αυτοπεποιθήσεως και μανθάνουν την υπακοήν. Όταν δε πλήρεις πίστεως εις τον Θεόν, τον διαφυλάττοντα ημάς, και προς τον πνευματικόν αυτών πατέρα, αποτάσσωνται του θελήματος και της «κρίσεως» αυτών, τότε, εκ του βάθους της εσωτερικής αυτών πείρας, μετά χαράς πείθονται ότι έφθασαν εις την «πηγήν ύδατος, αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. δ' 14).
Πραγματοποιών την απάρνησιν της ιδίας θελήσεως και κρίσεως χάριν διαμονής εν τη οδώ του θελήματος του Θεού, το οποίον υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην σοφίαν, ο μοναχός κατ' ουσίαν ουδενός άλλου αποτάσσεται, ει μη μόνον του εμπαθούς εγωκεντρικού θελήματος αυτού και της ασθενούς μικράς αυτού διανοίας• και δι' αυτού του τρόπου προδίδει αληθή σοφίαν, θέλησιν σπανίας δυνάμεως και ζωήν ανωτέρας υψηλής ποιότητος. Δια της οδού ταύτης, κατά τρόπον ακατάληπτον και εις αυτόν τον ίδιον, ευκόλως ανυψούται εις επίπεδον το οποίον ουδέποτε δύνανται να φθάσουν η να εννοήσουν άνθρωποι και υψίστης εισέτι διανοητικής καλλιεργείας. Η κατάστασις αύτη, καθώς ελέχθη ανωτέρω, είναι η εν τω Θεώ καθαρότης του νου. Η υπακοή είναι η οδός της πίστεως, «της νικησάσης τον κόσμον» (πρβλ. Α' Ιωάν. ε' 4). Αλλ' ουδόλως κατανοούν πάντες το μυστήριον τούτο. Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπραντζιανίνωφ εις μίαν επιστολήν αυτού γράφει: «Πιστεύομεν, καθώς οι Άγιοι Πατέρες εδίδαξαν ημάς, ότι επ' ουδενί λόγω δύναται να αποδεχθή ο άνθρωπος την οδόν της υπακοής, όσον και αν προσπαθήση τις να διδάξη αυτόν τούτο, εάν ο Κυριος δεν ενεργήση εις αυτόν προς κατανόησιν αυτής• άλλως, και αν έχη ενώπιον αυτού τους ιδίους τους Αγίους Αποστόλους, ενδέχεται να λιθοβολήση και αυτούς»5.
Η μοναχική υπακοή δεν είναι «πειθαρχία». Ουδέν ανθρώπινον καθεστώς δύναται να ευσταθήση άνευ συντονισμού των ενεργειών των μελών αυτού. Τοιούτος συντονισμός κατορθούται δια της πειθαρχίας, η ουσία της οποίας έγκειται εις την υποταγήν της ανθρωπίνης θελήσεως του κατωτέρου εις την ανθρωπίνην θέλησιν του ανωτέρου η της «πλειονότητος». Τοιαύτη υποταγή κατορθούται συνήθως δι' εξαναγκασμού• αλλά και εν τη περιπτώσει της εκουσίου εισέτι και συνετής αποδοχής της πειθαρχίας, ως απαραιτήτου συνθήκης δια την ύπαρξιν της κοινωνίας, δεν παύει αύτη να είναι πειθαρχία, εφ' όσον η θεμελιώδης αυτής αρχή είναι η υποταγή εις ανθρωπίνην θέλησιν.
Η μοναχική υπακοή είναι πράξις θρησκευτική και, ως τοιαύτη, οπωσδήποτε πρέπει να είναι ελευθέρα, άλλως στερείται της θρησκευτικής σημασίας αυτής. Η υπακοή μόνον τότε είναι πνευματικώς καρποφόρος, όταν φέρη χαρακτήρα ελευθέρας εκκοπής του ιδίου θελήματος και της ιδίας «κρίσεως» ενώπιον του Γεροντος χάριν αναζητήσεως των οδών του Θείου Θελήματος. Εν τη αναζητήσει ταύτη του Θελήματος του Θεού περικλείεται η ουσία της υπακοής ημών.
Ο υποτακτικός αναγνωρίζει την ανεπάρκειαν αυτού δι' άμεσον γνώσιν του Θελήματος του Θεού και δια τούτο καταφεύγει προς τον πνευματικόν αυτού πατέρα, εις τον οποίον πιστεύει ότι εδόθη να γνωρίζη τούτο ευκρινέστερον. Ο πνευματικός οδηγός δεν φονεύει την θέλησιν του υποτακτικού και δεν υποδουλοί αυτήν αυθαιρέτως εις την ιδίαν αυτού ανθρωπίνην θέλησιν, αλλ' αναλαμβάνει υπευθύνως το βαρύ φορτίον της ιεράς υπηρεσίας, δια της οποίας μετέχει εις την θείαν πράξιν της δημιουργίας του ανθρώπου.
Ενίοτε αι περιστάσεις της καθ' ημέραν ζωής είναι τοιαύται, ώστε ο πνευματικός οδηγός, φυσικώς ασθενής, ενδέχεται να έχη ανάγκην της βοηθείας του υποτακτικού, αλλά τούτο δεν αλλοιοί την ουσίαν της υπακοής, ως διετυπώθη ανωτέρω. Αλλ' εάν εις τας Μονάς ο Ηγούμενος και οι άλλοι οδηγοί αναγκασθούν να προσφεύγουν εις τον ανθρώπινον εξαναγκασμόν της αδελφότητος, τουτέστι την «πειθαρχίαν», τούτο είναι σαφές σημείον καταπτώσεως του μοναχισμού, ίσως η τελεία λήθη του σκοπού και της ουσίας αυτού.
Από πρακτικής πλευράς, το θέμα της υπακοής συνδέεται στενώς μετά του θέματος της εκλογής η της αναζητήσεως πνευματικού οδηγού, Γεροντος, αλλά αφίνομεν κατά μέρος το ζήτημα τούτο, δια να μη μακρύνωμεν επί πολύ τον λόγον. Θα είπωμεν μόνον ότι κατά την διδαχήν του Αγίου Συμεών του Νεου Θεολόγου και άλλων Πατέρων, εκείνος ο οποίος αληθώς και ταπεινώς, μετά πολλής προσευχής ζητεί δι' εαυτόν οδηγόν εις τας οδούς της Θείας ζωής, ούτος, κατά τον λόγον του Χριστού, «ζητείτε, και ευρήσετε», θα εύρη αυτόν.
Είναι αδύνατον να εξαντλήσωμεν το θέμα τούτο. Η υπακοή εμφανίζεται υπό πολλάς επόψεις και υπό πλέον διαφόρους καταστάσεις. Ο γενικός δε κανών είναι: «Μη εμπιστεύου εις εαυτόν». Τούτο είναι ιδιαιτέρως σπουδαίον δια τους αρχαρίους. Αλλά και οι προβεβηκότες εν τη μοναχική ασκήσει δεν εγκαταλείπουν τον κανόνα τούτον.
Έκαστον εγχείρημα, έκαστον έργον, πρέπει να αναλαμβάνηται μετ' ευλογίας, ούτως ώστε δι' αυτής να ενδύηται τούτο τον χαρακτήρα Θείου έργου. Τοσον τα κοινά και ασήμαντα πράγματα όσον και τα μεγάλα απαιτούν την γνώσιν του Θελήματος του Θεού, διότι εις την ζωήν του ανθρώπου τα πάντα είναι μεγάλα και σπουδαία. Δια της ευλογίας ταύτης όλη η ζωη λαμβάνει ιερόν χαρακτήρα και έκαστον έργον μόνον τότε αποβαίνει αυθεντικώς αιώνιον, όταν τελήται εν ονόματι του Θεού. Ο Χριστός είπε: «Πάσα φυτεία, ην ουκ εφύτευσεν ο Πατήρ Μου ο ουράνιος, εκριζωθήσεται» (Ματθ. ιε' 13). Δια της υπακοής η αιώνιος ζωη καθίσταται πραγματικότης ήδη εντεύθεν. Ο καλός υποτακτικός αισθάνεται την παρουσίαν του Πνεύματος του Θεού, το Οποίον δίδει εις την ψυχήν ουχί μόνον βαθείαν ειρήνην, αλλά και αναμφισβήτητον αίσθησιν της «μεταβάσεως αυτής εκ του θανάτου εις την ζωήν».
2. Η παρθενία και η σωφροσύνη
Η παρθενία και η σωφροσύνη συνιστούν την δευτέραν κυρίαν υπόσχεσιν του μοναχισμού. Η αντίληψις περί της παρθενίας, ως περί ζωής κατ' εικόνα της ζωής του Ιησού Χριστού, είναι παραδόξως τοσούτον ολίγον αποδεκτή υπό του συγχρόνου κόσμου, έτι δε και υπό των χριστιανών, ώστε καθίσταται απαραίτητον να εκθέσωμεν την δογματικήν βάσιν αυτής της υποσχέσεως. Η δισχιλιετής πείρα της Εκκλησίας μετ' ακαταμαχήτου αξιοπιστίας κατέδειξεν ότι ο αποκλεισμός της γενετησίου λειτουργίας εκ της ζωής της ανθρωπίνης προσωπικότητος ουχί μόνον δεν επιφέρει βλάβην εις την ψυχικήν και φυσιολογικήν υγείαν του ανθρώπου, αλλ' αντιθέτως, ορθώς χρησιμοποιουμένη αυξάνει και την φυσικήν ανθεκτικότητα και την μακροβιότητα και την ψυχικήν υγείαν και την πνευματικήν ανάπτυξιν αυτού.
Κατά τας τελευταίας δεκαετίας είναι δυνατόν να παρατηρήση τις πλήθος επιστημονικών εργασιών, αι οποίαι διαπιστούν την πνευματικήν γονιμότητα εκείνου το οποίον η σύγχρονος ψυχολογία ονομάζει «εξαϋλούσαν αγνείαν».Πρέπει να χαίρη τις δια την διαπίστωσιν ταύτην, διότι εις πάσαν εποχήν δεν έπαυσάν τινες να διαστρέφουν την έννοιαν της μοναχικής σωφροσύνης, έτι δε και να αντιτίθενται προς αυτήν, ως προς φαινόμενον παθολογικόν και παρά φύσιν. Εν τούτοις οφείλομεν να είπωμεν ότι η σύγχρονος επιστημονική πείρα εις τον τομέα αυτόν είναι εισέτι μακράν της δυνατότητος να συγκριθή προς την αδιάκοπον και αιωνόβιον πείραν της Εκκλησίας και να έχη τρόπον τινά την αξίωσιν να διορθώση η να εμπλουτίση αυτήν. Εκ τούτου ευκόλως κατανοείται το μικρόν ενδιαφέρον των μοναχών προς ταύτην.
Αντιπαρερχόμενοι την λεπτομερή εξέτασιν του ζητήματος τούτου από δογματικής και ανθρωπολογικής απόψεως, θα είπωμεν μόνον ότι δι' ημάς κύριον και αναμφισβήτητον τεκμήριον δικαιώσεως αυτής της υποσχέσεως, εις το οποίον άλλως τε οδηγούν πάσαι αι άλλαι αποδείξεις, είναι το γεγονός της εν παρθενία επιγείου ζωής του Κυρίου: «Υπόδειγμα γαρ δέδωκα υμίν» (Ιωάν. ιγ' 15). Μονον εις τελείως ασύνετος θα τολμήση να είπη ότι η ζωη του Χριστού υπήρξε «παρά φύσιν». Ενώπιον ημών των χριστιανών ίσταται το απόλυτον αίτημα: να ομοιωθώμεν, ει δυνατόν, προς τον Άνθρωπον-Χριστόν (εν πάσιν), ούτως ώστε δια της ομοιώσεως αυτής να κατορθώσωμεν την ομοίωσιν προς τον Θεόν, ως τον ύστατον σκοπόν και την υψίστην έννοιαν της υπάρξεως ημών. Ο Άγιος Βαρσανούφιος ο Μεγας λέγει περί της υπακοής: «Κράτει την υπακοήν, την αναφέρουσαν εις τον ουρανόν, και ομοίους τω Υιώ του Θεού ποιούσαν τους κτωμένους αυτήν»6. Αλλά το αυτό οφείλομεν να είπωμεν και περί της παρθενίας και σωφροσύνης. Κατά την πεποίθησιν του Αγίου Μεθοδίου του Ολύμπου (+311), εκφραζομένην εις το «Συμπόσιον των δέκα παρθένων» —έργον το οποίον ανακεφαλαιοί τας απόψεις της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων περί παρθενίας— δεν δύναται άλλως να οδηγηθή τις όντως εις το «καθ' ομοίωσιν» Θεού, ει μη μόνον δια της προσλήψεως και φανερώσεως εν τη γηΐνη υπάρξει αυτού των χαρακτήρων της εικόνος εκείνης, η οποία εφανερώθη εις ημάς δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού. Συνεχώς συναντώμεθα μετά της διδασκαλίας της Εκκλησίας περί σωτηρίας, εννοουμένης ως θεώσεως. Αλλά διερωτάται τις: Που δυνάμεθα να εύρωμεν το αξιόπιστον και, ούτως ειπείν, οφθαλμοφανές και ψηλαφητόν (βλ. Α' Ιωάν. α' 1) κριτήριον της καταστάσεως ταύτης; Αναμφιβόλως, μόνον δια της ομοιώσεως προς τον «εν σαρκί» φανερωθέντα Θεόν είναι δυνατόν να ομοιωθώμεν προς Αυτόν και κατά την υπερκόσμιον και αιώνιον Αυτού ύπαρξιν. Προς τούτο ακριβώς το σημείον ήτο πάντοτε εστραμμένη η θεολογική σκέψις της Εκκλησίας από των πρώτων χρόνων της ιστορίας αυτής. Τούτο αντανακλάται και εις τα λειτουργικά κείμενα7 και εις τα μνημεία της αγιοπατερικής γραμματείας. Παραδειγματικώς θα παραθέσω τινά εξ αυτών.
Εις την πρώτην εκ των δύο «Προς Παρθένους» επιστολών, αι οποίαι εσφαλμένως αποδίδονται εις τον Άγιον Κλήμεντα Ρωμης (+103), αναγινώσκομεν: «Η αγία Παρθένος είναι εκείνη, η οποία έφερεν εις τους κόλπους Αυτής τον Υιόν του Θεού, τον Κυριον ημών Ιησούν Χριστόν• ναι, ο προσκυνητός ημών Δεσπότης εδανείσθη εκ της ιεράς αυτής Παρθένου το σώμα δια του οποίου ενεδύθη και το οποίον Ούτος προώριζε δια τας οδύνας και τας βασάνους. Είθε το μέγα τούτο γεγονός να φανερώση εξ ολοκλήρου εις την ψυχήν ημών οπόσον υπέροχος και έξοχος είναι η παρθενία. Κατόπιν αυτού θέλεις να είσαι Χριστιανός; Βαδιζε σταθερώς επί των ιχνών του Ιησού Χριστού. Ο Ιωάννης υπήρξεν άγγελος απεσταλμένος ενώπιον του προσώπου του Κυρίου• και “εν γεννητοίς γυναικών ουκ εγήγερται μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού”• και ο άγιος ούτος Άγγελος του Κυρίου ήτο παρθένος... Υπήρξεν ωσαύτως άγιος8 ο έτερος Ιωάννης, ο οποίος ανέπεσεν επί το στήθος του Κυρίου και ο οποίος ηγάπα Αυτόν πολύ, εξ αιτίας του οποίου τοσούτον ηγάπα αυτόν ο Κυριος. Εν συνεχεία ακολουθούν ο Παύλος, ο Βαρνάβας, ο Τιμόθεος και άλλοι, των οποίων τα ονόματα εγράφησαν εν Βιβλω Ζωής• πάντες ούτοι ηγάπησαν το είδος τούτο της αγιότητος, και αγωνιζόμενοι διήλθον αυτό μέχρι του τέλους της ζωής, ως αληθινοί μιμηταί του Χριστού και υιοί του Ζώντος Θεού,... διότι οι όμοιοι προς τον Χριστόν είναι τελείως όμοιοι προς Αυτόν»9.
Ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος (+258 μ.Χ.) εν τω βιβλίω αυτού «Περί του ιματισμού των Παρθένων» ομιλών περί της αξίας της παρθενίας λέγει: «Οι παρθένοι είναι ο καρπός του άνθους της Εκκλησίας• η δόξα και η ευπρέπεια της πνευματικής χάριτος... έργον επαίνων και τιμής πλήρες και αδιάφθορον• η εικών του Θεού, η αναλογούσα εις την αγιότητα του Κυρίου• το ενδοξότερον μέρος του ποιμνίου του Χριστού• και όσον αφθονεί η παρθενία εντός των τάξεων αυτής, τοσούτον αυξάνει η χαρά της Μητρός ημών Εκκλησίας»10.
Ο Άγιος Μεθόδιος Ολύμπου, εις το προαναφερθέν έργον αυτού «Συμπόσιον των δέκα Παρθένων» ομιλεί περί της παρθενίας ως περί έργου «άκρως μεγάλου», ως περί «μυστηρίου». Και αναμφιβόλως, εάν ο γάμος είναι μυστήριον, τότε και η παρθενία είναι ωσαύτως μυστήριον της Εκκλησίας.
Η παρθενία και η σωφροσύνη υπό την χριστιανικήν έννοιαν διακρίνονται ουσιωδώς εξ εκείνου το οποίον ηννόουν και μέχρι σήμερον εννοούν οι εκτός Εκκλησίας υπό τας αυτάς λέξεις. Αι έννοιαι παρθενία και σωφροσύνη είναι συγγενείς ουχί όμως ταυτόσημοι. Κατά την μοναχικήν κουράν, εκείνοι οι οποίοι προσέρχονται εις τον μοναχισμόν μετά τον γάμον, η εξωγάμους σχέσεις, απαγγέλλουν την υπόσχεσιν της σωφροσύνης, ήτοι της εις το μέλλον ολοκληρωτικής εγκρατείας, ενώ εκείνοι οι οποίοι δεν εγνώρισαν άλλο σώμα δίδουν την υπόσχεσιν της παρθενίας.
Η σωφροσύνη, όπως δεικνύει και η λέξις αύτη, σημαίνει την ακεραιότητα η την πληρότητα της φρονήσεως. Εν τη Εκκλησία μετά της εννοίας ταύτης συνδέεται ουχί μόνον η νίκη επί της σαρκικής έλξεως και εν γένει επί του «φρονήματος της σαρκός» ήτοι η «νίκη επί της φύσεως», αλλά και η απόκτησις του συνόλου των τελειοτήτων, αι οποίαι προσιδιάζουν εις την φρόνησιν και των οποίων έκφρασις είναι η σταθερά διαμονή εν τω Θεώ «εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της καρδίας».Εν τη τελειοτέρα αυτής μορφή η άσκησις της σωφροσύνης αποκαθιστά την κατά το πνεύμα παρθενικήν κατάστασιν του ανθρώπου, υπερφαλαγγίζουσα την ανεπανόρθωτον απώλειαν της σωματικής παρθενίας.
Την γνησίαν παρθενίαν οι Άγιοι Πατέρες ορίζουν ως υπερφυσικήν κατάστασιν. Εν τη τελεία αυτής μορφή θεωρείται ως αδιάκοπος διαμονή εν τη θεία αγάπη, ως εκπλήρωσις της εντολής του Χριστού «αγαπήσεις τον Θεόν εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της ισχύος.» Υπό το φως του κριτηρίου αυτού, πάσα παρέκκλησις του νου και της καρδίας από της αγάπης του Θεού εκλαμβάνεται ως πνευματική «μοιχεία», ήτοι παράβασις εις βάρος της θείας αγάπης.
Η παρθενία δεν είναι άγνοια της βιολογικής και πλήρως φυσικής ζωής του ανθρώπου. Το μέγιστον και μοναδικόν παράδειγμα της τελειότητος, η Αειπάρθενος Μαρία, κατά τον Ευαγγελισμόν του Αγγέλου περί της γεννήσεως εξ Αυτής Υιού, απήντησε δια της ερωτήσεως: «Πως έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω»; Δι' αυτού κατέδειξεν ότι είχε γνώσιν περί του πράγματος.
Το αδιάφθορον του σώματος δεν είναι εισέτι παρθενία. Εις των μεγαλυτέρων αγίων της Εκκλησίας ημών, ο Μεγας Βασίλειος, μετά πικρίας είπε περί εαυτού: «Και γυναίκα ου γινώσκω και παρθένος ουκ ειμί»11, ήτοι υπό την πλήρη της λέξεως έννοιαν. Εκτός των σχέσεων μετ' άλλου σώματος, υπάρχουν ουχί ολίγα άλλα είδη διαφθοράς και αυτοδιαφθοράς, των οποίων την περιγραφήν αποφεύγει η Ορθόδοξος Εκκλησία, δια να μη δημιουργήση εις τον νουν του ομιλούντος η του ακούοντος εικόνα τινά αμαρτίας. Και εκείνος ο οποίος δεν γνωρίζει την φυσικήν πράξιν, αλλά μόνον δια του νου θα αφεθή εις αυτήν και ονειροπολών θα επιθυμήση αυτήν, ήδη δεν είναι πλήρως παρθένος.
Κατά την εκκλησιαστικήν αντίληψιν υπάρχουν τρεις βαθμοί πνευματικής καταστάσεως του ανθρώπου: η υπερφυσική κατάστασις, η φυσική και η παρά φύσιν η εναντίον της φύσεως. Η παρθενία και η μοναχική σωφροσύνη, εννοούμεναι ως δωρεαί της χάριτος, ανήκουν εις την πρώτην κατάστασιν. Εις την δευτέραν κατατάσσεται ο ευλογημένος γάμος. Πάσα άλλη μορφή σαρκικής ζωής είναι πνευματικώς κατωτέρα η παρά φύσιν. Οι Πατέρες λέγουν «μη επιχειρής το υπέρ φύσιν, ίνα μη πέσης εις το παρά φύσιν». Εκ τούτου έπεται ο κανών ότι ουδείς πρέπει να γίνηται δεκτός εις τον μοναχισμόν άνευ προκαταρκτικής δοκιμασίας. Μοναχός ο οποίος δεν φυλάσσει σωφροσύνην ίσταται επί του επίπεδον της σωτηρίας πολύ χαμηλότερον του εντίμου γάμου, του τιμωμένου εν τη Εκκλησία ως σωτηρίου οδού. Και εάν λάβωμεν υπ' όψιν ότι εκείνος, όστις έδωκεν ήδη τας υποσχέσεις, στερείται του δικαιώματος εκκλησιαστικού γάμου, τότε εκάστη εκ μέρους αυτού παράβασις της αγνοίας θεωρείται ως πτώσις και μάλιστα εις κατάστασιν υπό την φύσιν. Ο καθηγιασμένος γάμος, ο πειθαρχημένος, ο χωρίς διαστροφήν, διατηρεί τον άνθρωπον φυσικώς και ηθικώς, ενώ πάσα άλλη μορφή σαρκικής απολαύσεως, έστω και υπό ονειρώδη μόνον μορφήν, διαφθείρει ολόκληρον τον άνθρωπον, ήτοι την ψυχήν και το σώμα. Η καταστρεπτική αύτη ενέργεια ιδιαιτέρως εντείνεται, όταν ο μοναχός προσκόπτη και δι' αυτού αθετή τας δοθείσας ενώπιον του Θεού υποσχέσεις, διότι εις την περίπτωσιν αυτήν η εσωτερική σύγκρουσις εκ της απωλείας της χάριτος λαμβάνει ασυγκρίτως βαθύτερον χαρακτήρα και αι μαρτυρικαί τύψεις της συνειδήσεως δύνανται να φθάσουν μέχρι του σκότους της απογνώσεως. Αι ονειροπολήσεις περί σαρκικής σχέσεως, εν απουσία της φυσικής πράξεως, ωδήγησαν πολλούς μέχρι σοβαρών ψυχικών νόσων, έτι δε και μέχρι πλήρους παραφροσύνης. Περί της συχνότητος των τοιούτων ολεθρίων περιπτώσεων δύνανται να μαρτυρήσουν και οι ψυχίατροι12.
Η μοναχική σωφροσύνη, ως εν αληθεία «ανθρωπίνη» ζωη κατ' εικόνα του τελείου Ανθρώπου-Χριστού, δεν δύναται να θεμελιωθή επί της αρνήσεως της σαρκικής ζωής, επί της μομφής του ευλογημένου υπό του Θεού και της Εκκλησίας γάμου, επί της αποστροφής η της καταφρονήσεως εκείνης της πράξεως, δια της οποίας «ο άνθρωπος έρχεται εις τον κόσμον» (πρβλ. Ιωάν. ι' 21). Η Εκκλησία εις τας συνοδικάς Αυτής διατάξεις απορρίπτει εκείνους οι οποίοι καταφεύγουν εις τον μοναχισμόν εξ αποστροφής προς τον γάμον η εξ υπερηφάνου εξουδενώσεως αυτού13. Δια τούτο οι Πατέρες εδοκίμαζον έκαστον εκ των επιθυμούντων τον μοναχισμόν, δια να βεβαιωθούν εάν ούτος ήτο όντως κλητός. Υπάρχουν διάφοροι βαθμοί αυτής της κλήσεως. Εις τινας εδόθη να γνωρίσουν την κατάστασιν της εν χάριτι Θεοκοινωνίας εις τοιούτον βαθμόν, ώστε και ο νους και το σώμα αυτών να αισθάνωνται εναργώς τον αγιασμόν αυτών. Δια τους τοιούτους η απόλυτος εγκράτεια υπό την μορφήν ουχί μόνον αποφυγής ενσυνειδήτων φυσικών πράξεων, αλλά και των αντιστοίχων διανοημάτων (έτι και κατά την διάρκειαν του ύπνου) είναι κατηγορική απαίτησις της καταστάσεως του πνεύματος αυτών. Μικροτέρας εντάσεως κλήσις συνιστά κατάστασιν κατά την οποίαν η ψυχή δοκιμάζει έλξιν μόνον προς την σωφροσύνην. Ο νους τότε τείνει προς την καθαρότητα και δυνάμει της εσωτερικής δίψης του αγιασμού ενστικτωδώς απωθεί του σαρκικούς «λογισμούς». Πολλοί εισέρχονται εις την μοναχικήν άσκησιν εκκινούντες εκ τοιαύτης καταστάσεως, η οποία, καίτοι είναι ολιγώτερον βεβαία της προηγουμένης, αποτελεί εν τούτοις θετικήν κλήσιν άνωθεν.
Πείρα αιώνων απέδειξεν ότι η αγάπη προς τον Θεόν είναι δυνατή και εις τον γάμον, αλλά εις μέτριον μόνον βαθμόν. Όταν δε η αγάπη αύτη υπερβαίνει ωρισμένον τι όριον και αποκτά μεγαλυτέραν έντασιν, τότε η ψυχή του ανθρώπου απομακρύνεται ενστικτωδώς από παντός ο,τι δεν εναρμονίζεται προς αυτήν την αγάπην. Δεν είναι έργον ιδικόν μου να εύρω λογικήν τινα ερμηνείαν του αξιοσημειώτου φαινομένου τούτου εις την περιοχήν της θρησκευτικής ψυχολογίας, του επαναλαμβανομένου κατά την ροήν των αιώνων μετ' εκπληκτικής σταθερότητος. Ενδέχεται άλλως τε να μη υπόκηται τούτο εις λογικάς κατηγορίας. Προσωπικώς ερείδομαι επί των έργων των Αγίων Πατέρων και εν μέρει επί των παρατηρήσεων τας οποίας ηδυνήθην να έχω ως πνευματικός. Εκ των πολλών συνομιλιών μου μετ' ασκητών έχω αποκτήσει την σταθεράν πεποίθησιν ότι, όταν η ψυχή δια πραγματικής πείρας γνωρίση την αγάπην του Χριστού, τότε εκ της γλυκύτητος της αγάπης αυτής γεννάται ακράτητός τις έλξις προς τον Θεόν, ακατάπαυστός τις «δίψα» Αυτού, και εν ταυτώ ανερμήνευτος θλίψις περί του κόσμου, συνέπεια της οποίας είναι ο τελείως άκοπος και, τρόπον τινά, φυσικός αποχωρισμός από πασών των αισθητικών ηδυπαθειών, εξ αιτίας των οποίων ψυχραίνεται και εξαλείφεται η Θεία αγάπη. Χαρακτηριστικόν της μεγάλης προς Χριστόν αγάπης είναι ότι δεν δύναται να συμβιβασθή μετά σαρκικών απολαύσεων εν γένει, και προ παντός μετά των ισχυροτέρων όλων, των γενετησίων. Ο νους του ανθρώπου υπό την ενέργειαν της αγάπης προς τον Θεόν αποσπάται εκ της γης και καθαίρεται από πάσης γηΐνης εικόνος, ενώ η σαρκική σχέσις τραυματίζει βαθύτατα την ψυχήν ακριβώς δια των εικόνων αυτών. Γνωρίζομεν ότι πολλοί προσεγγίζουν εντελώς διαφόρως το θέμα τούτο. Αλλά μήπως ο λόγος της Γραφής, «ου μη εγκαταμείνη το πνεύμά Μου εν αυτοίς, δια το είναι αυτούς σάρκας» (Γεν. στ' 3), δεν αναφέρεται εις αυτούς;
Αυτή αύτη η πείρα της ζωής διδάσκει τον ασκητήν ότι πάσα αισθητική απόλαυσις, οιουδήποτε είδους, είτε οπτική, είτε γευστική, είτε ακουστική, η της αφής, η της οσφρήσεως αποσπά την ψυχήν εξ εκείνου το οποίον είναι ανώτερον και αμέτρως πολυτιμότερον, αφαιρούσα απ' αυτού την παρρησίαν εν τη προσευχή, ενώ αντιθέτως η κακοπάθεια της σαρκός πολλάκις συνεργεί εις την κάθαρσιν του νου και την ανάβασιν αυτού εις την θεωρίαν.
Όταν η σωφροσύνη αποβαίνη βαθεία απαίτησις του πνεύματος, οδηγεί φυσικώς εις εκείνο το οποίον ονομάζεται «αυστηρότης βίου» η «ασκητικότης». Παν ο,τι δεν είναι απολύτως αναγκαίον δια την ύπαρξιν παραμερίζεται, δια να έχη το πνεύμα την μεγαλυτέραν δυνατήν ελευθερίαν εν τη θεωρία. Εαν η τροφή και ο ύπνος δεν ήσαν απολύτως αναγκαία δια την φυσικήν ύπαρξιν —όπως συμβαίνει εις την περίπτωσιν της σαρκικής ζωής, του καπνίσματος, των διεγερτικών και ναρκωτικών—, ο ασκητής της σωφροσύνης ουδέποτε θα ήγγιζε τροφήν και ουδέποτε θα έδιδεν «ύπνον τοις οφθαλμοίς» αυτού (Ψαλμ. κα' 4), παραδίδων όλας τας δυνάμεις του νου αυτού εις την μνήμην του Θεού και την προσευχήν. Ιδού διατί εις την ορθώς νοουμένην μοναχικήν ζωήν τα τοιαύτα, ως επί παραδείγματι το κάπνισμα, αποκλείονται.
Η αμαρτία δεν εδρεύει εις την μίαν η την άλλην φυσικήν λειτουργίαν του ανθρώπου, αλλά εις τα πάθη. Ο Άγιος Ποιμήν ο Μεγας έλεγε: «Δεν είμεθα σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι». Η πάλη του ορθοδόξου ασκητού δεν διεξάγεται προς το σώμα, αλλά προς «τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. στ' 12), διότι δεν απομακρύνει ημάς από του Θεού το σώμα, το οποίον εκλήθη να καταστή δοχείον η «ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος» (Α' Κορ. στ' 19), αλλά η ηδυπάθεια, ήτοι τα πάθη μετά των απολαύσεων αυτών.
Η Ορθόδοξος άσκησις ερείδεται επί της δογματικής συνειδήσεως ότι η πνευματική ζωη της λογικής κτίσεως συνίσταται εκ της ενώσεως των δύο θελήσεων, των δύο ενεργειών, της Θείας και της ανθρωπίνης. Δυνάμει τούτου και η παρθενία και η σωφροσύνη είναι ουχί μόνον δώρα της χάριτος, αλλά και συνέπειαι ελλόγου ασκήσεως. Παν δώρον της χάριτος εν τω κόσμω τούτω συνεπάγεται αναποφεύκτως μέγαν αγώνα χάριν της συνετής διαφυλάξεως αυτού. Εκείνο το οποίον διδάσκει η χάρις, κατά την περίοδον της διαμονής αυτής εις τον άνθρωπον, τούτο οφείλει να τηρή ούτος και κατά τον χρόνον της απουσίας αυτής υπό την αισθητήν μορφήν ενεργείας, φυλάττων εαυτόν εις το αυτό επίπεδον ζωής, ως εάν μη έπαυσε ποτέ η ενέργεια της χάριτος επ' αυτού. Ούτως άρχεται μία εκούσιος συστηματική ασκητική αγωγή του ασκητού και η τράχυνσις της «πολιτείας» αυτού καθίσταται αναπόφευκτος.
Ο Άγιος Γρηγόριος Νυσσης εις τον Λογον αυτού «Περί Παρθενίας» εκφράζεται ως εξής:
«...ούτω μοι δοκεί και το της παρθενίας επιτήδευμα τέχνη τις είναι και δύναμις της θειοτέρας ζωής προς την ασώματον φύσιν τους εν σαρκί ζώντας ομοιούσθαι διδάσκουσα...»14. Τούτο συμβαίνει, όπου η έλλογος ανθρωπίνη θέλησις αγωνίζεται ως περιεγράφη ανωτέρω, οπότε η διατήρησις της παρθενίας και σωφροσύνης καθίσταται ασκητική καλλιέργεια και τέχνη. Δεν προτίθεμαι να αναπτύξω λεπτομερέστερον το θέμα τούτο. Θα είπω μόνον ότι το πλέον ουσιώδες αξίωμα της «τέχνης» ταύτης είναι η «τήρησις του νοός». Ο σπουδαιότερος κανών εις την άσκησιν αυτήν είναι να μη παραδώση τις τον νουν αυτού. Άνευ τούτου ουδεμία σωματική άσκησις επιτυγχάνει τον ποθούμενον σκοπόν αυτής, ενώ η ασκητικώς πεπαιδευμένη διάνοια δύναται να διαφυλάξη ουχί μόνον την καθαρότητα και την ελευθερίαν αυτής, αλλά και την ειρήνην του σώματος έτι και υπό συνθήκας κατά τας οποίας η εκπλήρωσις του έργου τούτου εις άλλους θα εφαίνετο αδύνατος.
Επαναλαμβάνομεν εκ νέου προς μεγαλυτέραν επικύρωσιν, ότι η συνείδησις του εξαιρέτου χαρακτήρος της κλήσεως της οδού ταύτης εναρμονίζεται πλήρως προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Η συνείδησις αύτη απορρέει ουχί μόνον εκ της πείρας, αλλά και εκ των λόγων Αυτού του Χριστού, του ειπόντος: «Ου πάντες χωρούσι τον λόγον τούτον...» (Ματθ. ιθ' 11). Εντεύθεν η προκαταρκτική δοκιμασία εκείνων οι οποίοι επιθυμούν το μοναχικόν σχήμα• εντεύθεν και η απαγόρευσις της ενεργού παρουσίας του αγάμου κλήρου εν τω κόσμω, εκτός σπανίων περιπτώσεων, λόγω ειδικών συνθηκών. Εις τούτο ακριβώς φανερούται η ευδοκία της Εκκλησίας προς τον τίμιον γάμον τοσούτον μεγάλη, ώστε ουδόλως να θεωρείται ούτος ως εμπόδιον εις την ιερουργίαν εισέτι και του θειοτάτου μυστηρίου της Ευχαριστίας15.
Ο μέγας Ιωάννης της Κλίμακος επισφραγίζει τον θαυμάσιον αυτού λόγον «Περί σωφροσύνης και αγνείας» ως εξής: «Ο εν σαρκί ων και τούτο (το δώρον της αγνείας) ειληφώς, απέθανε και ανέστη, και της μελλούσης αφθαρσίας το προοίμιον ήδη απ εντεύθεν εγνώρισεν»16.
3. Η ακτημοσύνη
Η ακτημοσύνη, η τρίτη εκ των θεμελιωδών υποσχέσεων, αποτελεί όλως φυσικήν συμπλήρωσιν των δύο πρώτων, συνιστώσα μετ αυτών αναπόσπαστον ενότητα προς επίτευξιν της καθαράς προσευχής, και συνάμα της τελειοτέρας εξομοιώσεως προς τον Θεόν δια της ομοιώσεως προς τον Χριστόν, ο οποίος τοσούτον απέφυγε τας κτήσεις επί της γης, ώστε «ουκ είχε που την κεφαλήν κλίνη» (πρβλ. Ματθ. η' 20). Η πείρα δεικνύει σαφώς εις πάντα άνθρωπον ότι, δια να φθάση εις την καθαράν προσευχήν, είναι ανάγκη να ελευθερώση τον νουν αυτού εκ των εικόνων της ύλης, αίτινες βαρύνουν αυτόν.
Εν τη μοναχική υποσχέσει της ακτημοσύνης η έμφασις δίδεται εις την πάλην προς το πάθος της «φιλοκτημοσύνης» η της «φιλαργυρίας». Δι αυτής ο μοναχός δεν υπόσχεται τόσον να ζήση «εν πτωχεία» (ως υπόσχονται οι δυτικοί), όσον να ελευθερώση το πνεύμα αυτού από της επιθυμίας του «κατέχειν» μέχρι τοιούτου βαθμού, ώστε ο αληθής θεράπων της ακτημοσύνης παύει να φείδηται και του ιδίου αυτού σώματος. Μονον υπό τας συνθήκας αυτάς είναι όντως δυνατή η γνήσια βασιλική ζωη του πνεύματος.
Κατ αρχάς πας σκεπτόμενος θα είπη: Πως δύναμαι να ελευθερωθώ εντελώς εκ των πραγμάτων; Εγώ ο ίδιος είμαι υλικός κατά το σώμα και η ζωη αυτού του σώματος συνδέεται αφεύκτως προς την ύλην. Η μήπως πρέπει να αφήσω τον εαυτόν μου να αποθάνη;... Ουχί, ούτε λόγος περί τούτου! Η συνετή άσκησις συνίσταται εις το να περιορίσωμεν εαυτούς εις εκείνο το αναγκαίον ελάχιστον των πραγμάτων και της ύλης, άνευ του οποίου η ζωη θα καθίστατο πλέον αδύνατος. Αλλά το μέτρον των δυνατοτήτων εκάστου είναι διάφορον17.
Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ηδυνήθη να οργανώση την ζωήν αυτού κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να έχη αρκετήν «σχολήν», ελεύθερον χρόνον, δια την προσευχήν και την πνευματικήν θεωρίαν του Θεού. Και αιτία τούτου είναι το άπληστον πάθος της «φιλοκτημοσύνης». Το πάθος τούτο της πλεονεξίας ο Απόστολος Παύλος ωνόμασεν ειδωλολατρίαν (βλ. Κολ. γ' 5) και ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος «απιστίας θυγατέρα»... «ευαγγελίων μυκτηριστήν και παραβάτην εκούσιον»18. Η γνησία χριστιανική ακτημοσύνη είναι άγνωστος, ακατανόητος εις τον κόσμον. Και εάν τολμήσωμεν να ισχυρισθώμεν ότι αύτη επεκτεινομένη απορρίπτει ουχί μόνον κτήσεις υλικάς, αλλά και διανοητικάς, τότε θα φανή τούτο εις την πλειονότητα των ανθρώπων παραφροσύνη. Άνθρωποι έχοντες επιστημονικάς γνώσεις θεωρούν τον πνευματικόν αυτών πλούτον ως την ουσίαν της υπάρξεως αυτών, μη υποπτευόμενοι παντάπασιν ότι υπάρχει άλλη, υψηλοτέρα γνώσις, και θησαυρός αληθώς ασύγκριτος προς τον ίδιον αυτών πλούτον, φέρων μεθ εαυτού βαθείαν ειρήνην. Εν τη αναζητήσει της υλικής ανέσεως οι άνθρωποι απώλεσαν την πνευματικήν άνεσιν και ο σύγχρονος υλικός δυναμισμός, ο οποίος δεσπόζει επί των πνευμάτων και των καρδιών του αιώνος τούτου, περιβάλλεται επί μάλλον και μάλλον δαιμονικόν χαρακτήρα. Και τούτο δεν είναι εκπληκτικόν, καθ όσον ουδέν άλλο εκφράζει, ει μη την δυναμικήν της αμαρτίας.
Η αγάπη προς τας κτήσεις εκδιώκει την αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον. Και οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται τούτο και δεν θέλουν να εννοήσουν ότι εκ της απληστίας των επιθυμιών αυτών, αι οποίαι κυριεύουν τα πνεύματα και τας καρδίας αυτών, εκπηγάζουν τα αναρίθμητα παθήματα ολοκλήρου του κόσμου. Ο της Κλίμακος Άγιος λέγει: «Ριζα πάντων των κακών η φιλαργυρία εστί τε και λέγεται (βλ. Α' Τιμ. στ' 10)• μίσος γαρ και κλοπάς και φθόνους και χωρισμούς και έχθρας και ζάλας και μνησικακίας και ασπλαγχνίας και φόνους αύτη πεποίηκε»19 —και πολέμους.
Όθεν δια να εξέλθωμεν εκ της αιχμαλωσίας των ευτελών μεριμνών, δια να καθαρίσωμεν τον νουν ημών και δώσωμεν εις το πνεύμα ημών να απολαύση εν αληθεία βασιλικήν, ακριβέστερον, θεοειδή ελευθερίαν, είναι αναγκαία η αποταγή και επ αυτού του επιπέδου, διότι, κατά τον λόγον του Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος, «ακτήμων ανήρ, εν προσευχή καθαρός (εστι)... ο γευσάμενος των άνω, ευχερώς των κάτω καταφρονεί... ακτήμων μοναχός του κόσμου δεσπότης... απροσπαθείας υιός, τα προσόντα αυτώ, ως μη όντα λογιζόμενος»20. Και «όταν ουδέν έχη, δεν λυπείται, αλλά ζη ως να είχε», γράφει ο Άγιος Σιλουανός.
4. Σταθερότης
Πραγματευθέντες δια βραχέων τας θεμελιώδεις υποσχέσεις του μοναχισμού, κατεστήσαμεν μέχρι τινός δυνατήν την κατανόησιν της ουσίας της ορθοδόξου ασκήσεως, όπερ αποτελεί και τον σκοπόν του παρόντος. Εν τούτοις, αφ ενός μεν δια να συμπληρώσωμεν την περί του μοναχισμού εικόνα, και αφ ετέρου δια να αποφύγωμεν παρερμηνείας, οφείλομεν να είπωμεν ολίγα τινά και περί της υποσχέσεως, «Παραμένεις τω μοναστηρίω και τη ασκήσει έως εσχάτης αναπνοής», η οποία κατά την ακολουθίαν του μικρού σχήματος αποτελεί την πρώτην ερώτησιν, κατά δε την του μεγάλου την δευτέραν.
Η ερώτησις αύτη είναι διπλή: «Παραμένεις τω μοναστηρίω» και «παραμένεις τη ασκήσει». Το πρώτον σκέλος της ερωτήσεως αυτής δεν αποτελεί απαρασάλευτον κανόνα του μοναχισμού, ως αι λοιπαί υποσχέσεις. Ο μοναχισμός δύναται να υπάρχη και έξω του μοναστηρίου: εν τω κόσμω η εν τη ερήμω. Εις τους βίους πολλών αγίων μοναχών παρατηρούμεν εκουσίαν η ακουσίαν εγκατάλειψιν του μοναστηρίου, ένθα είχον λάβει το μοναχικόν σχήμα, και εν τούτοις τούτο δεν εθεωρήθη ούτε πτώσις, ούτε αθέτησις υποσχέσεως, ούτε εισέτι παρέκκλησις εκ του μοναχισμού. Πολλοί εξ αυτών απεσπάσθησαν εκ των μοναστηρίων αυτών δι αρχιερατικήν διακονίαν εν τη Εκκλησία. Έτεροι μετετέθησαν εις άλλα μοναστήρια ένεκα διαφόρων λόγων. Άλλοι έλαβον εκ των μοναστηρίων αυτών την ευλογίαν να αναχωρήσουν δια τινα αγαθόν σκοπόν• και εν τέλει, υπήρξαν περιπτώσεις και φυγής εισέτι εκ των μοναστηρίων αυτών ένεκα «ελλείψεως ευνοϊκών όρων προς σωτηρίαν εντός αυτών».
Συνήθως η ερώτησις αύτη παραλείπεται, όταν η κουρά λαμβάνη χώραν εκτός μοναστηρίου. Είναι εν τούτοις εντελώς φυσική και θα παραμείνη ως ουσιώδες στοιχείον της κουράς εν τοις μοναστηρίοις, διότι, εκείνος ο οποίος εγένετο δεκτός εις την αδελφότητα του μοναστηρίου, καθίσταται συνιδιοκτήτης παντός ο,τι ανήκει εις το μοναστήριον και συμμέτοχος, από πάσης απόψεως, ολοκλήρου της βιοτικής και πνευματικής μερίμνης αυτού. Η αδελφότης του μοναστηρίου, ενσωματούσα εν νέον μέλος εις την πνευματικήν οικογένειαν, όλως φυσικώς θέλει να έχη εκ μέρους αυτού υπόσχεσιν πιστότητος, ούτως ώστε τα λοιπά πρεσβύτερα μέλη να δύνανται μετά πλήρους εμπιστοσύνης να υπολογίζουν εις αυτόν εις πάντα.
Η ουσία του δευτέρου σκέλους της υποσχέσεως ταύτης, ήτοι, «παραμένεις τη ασκήσει έως εσχάτης αναπνοής», συνίσταται εις το ότι αι μοναχικαί υποσχέσεις έχουν χαρακτήρα ουχί προσωρινόν —δια τινα χρονικήν περίοδον—, αλλά αναλλοίωτον, αμετάθετον, εξερχόμενον των ορίων της παρούσης ζωής. Ο Κυριος είπεν: «Ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστιν εις την Βασιλείαν του Θεού» (Λουκ. θ' 62). Ενταύθα η λέξις «εύθετος» σημαίνει «καλώς τεθειμένος προς μίαν κατεύθυνσιν».
Και όντως, εάν δεχθώμεν τας μοναχικάς υποσχέσεις μόνον ως προσκαίρους, σημαίνει ότι δεν συλλαμβάνομεν το αληθές νόημα αυτών και μεταβάλλομεν το παν εις απλήν άσκησιν ευσεβείας, ενώ κατ ουσίαν πρόκειται περί εγκαταλείψεως της νηπιώδους και μεταβάσεως εις την τελείαν ηλικίαν. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην• ότε δε γέγονα ανήρ κατήργηκα τα του νηπίου» (Α' Κορ. ιγ' 11).
Η νηπιότης παρέρχεται ανεπιστρεπτί, ουχί τοσούτον υπό την χρονικήν έννοιαν, όσον υπό την έννοιαν της ποιότητος ζωής. Πως δύνανται να εξαλειφθούν η πείρα, η γνώσις, η σύνεσις, όταν ήδη απεκτήθησαν; Καθ όμοιον τρόπον και δια των ανωτέρω υποσχέσεων εκφράζεται άλλη συνείδησις ζωής εν γένει, περιέχουσα άλλο νόημα, άλλον σκοπό, άλλο περιεχόμενον. Η υπόσχεσις της αγνείας-σωφροσύνης, επί παραδείγματι, κατά τι διαφέρει μιας προσκαίρου εγκρατείας οιουδήποτε άλλου ανθρώπου, εάν θεωρή τις αυτήν παροδικήν μόνον άσκησιν; Η εάν θεωρώμεν την υπακοήν ωσαύτως ως εφήμερον άσκησιν, τότε που είναι η συνείδησις ότι δια της υπακοής διεξάγεται πάλη κατά της στενότητος του «ιδίου θελήματος», ήτοι του εγωκεντρισμού, ώστε να καταστή τις ούτω κατηκητήριον του θελήματος του Ουρανίου Πατρός; Και η ακτημοσύνη ωσαύτως, εάν απλώς εκληφθή ως παροδική διαμονή εις τας στερήσεις, τότε που είναι η κατανόησις ότι εν τη υποσχέσει ταύτη περικλείεται ο πόθος να υπερνικήσωμεν εν γένει την εξουσίαν της ύλης επί του πνεύματος τη βοηθεία του Θεού; Ούτω λοιπόν δεν είναι «εύθετος» εις την Βασιλείαν των Ουρανών εκείνος, όστις επιστρέφει εις τα οπίσω αθετών τας δοθείσας υπ αυτού υποσχέσεις. Και είναι δυνατόν να είπωμεν ότι, οσάκις παρουσιάζεται η στροφή αύτη προς τα οπίσω, τούτο εις την πλειονότητα των περιπτώσεων σημαίνει ότι αι υποσχέσεις εδόθησαν άνευ της αρμοζούσης συναισθήσεως, άνευ της απαιτουμένης καταστάσεως πνεύματος. Εν άλλαις λέξεσι, δεν ετηρήθησαν αύται, διότι παρασχέθησαν επιπολαίως.
Αι τρεις γεννήσεις
Ωμιλήσαμεν ήδη περί των τριών ειδών κλήσεως, περί των τριών αποταγών, περί των τριών τύπων του σταυρού, περί των τριών βαθμών του μοναχισμού. Αλλά ιδού, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ομιλεί επί πλέον περί τριών γεννήσεων, δια των οποίων οφείλει να διέλθη ο άνθρωπος κατά την ζωήν αυτού. Εις την υπό μορφήν ποιήματος επιστολήν αυτού «Προς Βιταλιανόν παρά των υιόν» γράφει ότι «δια της πρώτης γεννήσεως», κατά σάρκα και αίμα, οι άνθρωποι έρχονται επί της γης και εξαφανίζονται ταχέως• ακολούθως οι άνθρωποι γεννώνται (δευτέρα γέννησις) εκ του καθαρού Πνεύματος, όταν επ εκείνων οι οποίοι επλύθησαν δι ύδατος (του Βαπτίσματος) κατέρχηται το Φως (άνωθεν). Δια της τρίτης (γεννήσεως) καθαρίζεται δια των δακρύων και των πόνων η υπό του κακού αμαυρωθείσα εν ημίν εικών του Θεού. Η πρώτη προέρχεται εκ των γονέων, η δευτέρα εκ του Θεού• της τρίτης όμως συ ο ίδιος είσαι αυτουργός, εμφανιζόμενος εις τον κόσμον ως ευεργετικόν φώς21.
Ο τόνος του λόγου του Αγίου δίδει εις ημάς να εννοήσωμεν ότι η τελευταία αύτη γέννησις είναι η τελειοτέρα. Το νόημα αυτού έγκειται εις το ότι ο άνθρωπος ο οποίος έλαβε την δωρεάν της χάριτος και εγνώρισεν εν τω φωτί αυτής την θείαν ζωήν, συγχρόνως δε και την πτώσιν αυτού, προσκολλάται εις το αγαθόν δι επιπόνου ασκήσεως. Τούτο ακριβώς το γεγονός της συνετής αυτοτοποθετήσεως εν τω Θείω αγαθώ είναι ουσιώδες δια την ζωήν του χριστιανού ασκητού. Εκδηλούται δε τούτο δια του πλήρως ανικανοποιήτου του πνεύματος ημών εξ όσων υπάρχουν επί της γης, δια της νοσταλγίας του Θεού, δια της δίψης του Θεού, δια της φλογεράς αναζητήσεως Αυτού.
Η σκέψις αύτη, νομίζω, περικλείεται εις τους λόγους του Αγίου Σιλουανού:
«Διψά η ψυχή μου τον Κυριον
και μετά δακρύων ζητώ Αυτόν.
Πως να μη Σε ζητώ;
Συ πρώτος εζήτησας εμέ
και έδωκας εις εμέ να γευθώ της γλυκύτητος
του Πνεύματος του Αγίου,
και η ψυχή μου Σε ηγάπησεν έως τέλους»22.

Σημειώσεις:
1 Δια της λέξεως «υποτακτικός» υπονοούμεν ενταύθα ουχί μόνον τον δόκιμον-αρχάριον μοναχόν, αλλά και τον οιονδήποτε μοναχόν, εισέτι και τον έχοντα λάβει το σχήμα προ πολλών ετών, καθώς επίσης και πάντα χριστιανόν ο οποίος απευθύνεται προς τον πνευματικόν αυτού πατέρα δια να λάβη καθοδήγησιν.
2 Κλίμαξ ΙΕ' 33 και 34, σ. 202.
3 Κλίμαξ Δ' 1, σ. 65.
4 Κλίμαξ Δ' 6, σ. 67.
5 Αγίου Ιγνατίου (Μπραντζιανίνωφ), Επιστολαί, εκδ. α' Serguiev Possad, 1913, σ. 25.
6 Βιβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου, (εκδοθείσα υπό του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου), Απόκρ. Βαρσανουφίου σνα', εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 154.
7 «Υπάρχων ως Θεός, δι ημάς εφάνη καθ ημάς άνθρωπος• ομοίω γαρ το όμοιον καλέσας». Ακάθιστος Ύμνος, οίκος 18.
8 Ενταύθα εκ των συμφραζόντων καθίσταται φανερόν ότι δια των όρων «άγιος» και κατωτέρω «αγιότης», πρέπει να εννοήσωμεν «παρθένος» και «παρθενία».
9 Το κείμενον τούτο, σωζόμενον μόνον εις λατινικήν γλώσσαν, αναφέρεται εις τον 3ον αιώνα. Saint Clement de Rome, Deux Epitres aux Vierges, διασωθείσαι εις συριακήν μετάφρασιν. Μετάφρασις λατινική και γαλλική υπό του Mgr. Clement Villecourt, Les deux Epitres aux Vierges de Saint Clement romain, Paris 1855, κεφ. 6, σ. 131-133.
10 «Flos est ille ecclesiatici germinis, decus adque ordnamentum gratiae spiritatis… laudis et honoris opus integrum adque incorruptum, Dei imago respondens ad sanctimoniam Domini, illustrior portio gregis Christi… quantoque plus copiosa virginitas numero suo addit, gaudium matris augescit». PL 4, 443. De hab. virginum, Κεφ. 3, τομ. 3, 3, σ. 189. Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum. Vindobonae 1868.
11 Πρβλ. Φιλοκαλία, τομ. Α' , έκδοσις Αστέρος, σ. 65.
12 Εις το «Συμπόσιον των δέκα Παρθένων» ο Άγιος Μεθόδιος Ολύμπου αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η συνείδησις της ανθρωπότητος ανεπτύσσετο και ηύξανε πνευματικώς μέχρι της γνώσεως των τελειοτέρων μορφών ζωής —της σωφροσύνης και της παρθενίας. Ιστορικώς η εξέλιξις αύτη διήλθε δια των εξής φάσεων: Κατ αρχάς, «εν όσω ο κόσμος δεν ήτο εισέτι πεπληρωμένος ανθρώπων» και η ανθρωπότης ώφειλεν «αυξάνεσθαι και πληθύνεσθαι», οι άνδρες εισήρχοντο εις γάμον μετά των ιδίων αυτών αδελφών. Έπειτα, ότε επλήθυνε το γένος των ανθρώπων και εξηπλώθη επί της γης, η Θεία Πρόνοια δια προφητικής διδασκαλίας αποτρέπει τους ανθρώπους εκ του είδους της ζωής ταύτης προς μίαν υψηλοτέραν ηθικώς ζωήν, και οι γάμοι μετά των αδελφών εθεωρήθησαν «αιμομιξίαι». Περαιτέρω οι άνθρωποι μεταβαίνουν εις την έννοιαν της μονογαμίας, «ίνα μη συνουσιάζωνται μετά πολλών ομοίως προς τα ζώα, ως να εγεννήθησαν μόνον δια την συνουσίαν», και ίνα μη επιτελώνται «μοιχείαι». Εν συνεχεία ο Χριστιανισμός διδάσκει τους ανθρώπους έτι υψηλοτέραν συνείδησιν περί ζωής, και δια της Εκκλησίας εισάγεται νέος περιορισμός των γάμων κατ' ένδειξιν πλέον των βαθμών της πνευματικής ηλικίας• ούτως απαγορεύονται, επί παραδείγματι, γάμοι δύο αδελφών προς δύο αδελφάς και τα όμοια, πράγμα το οποίον εκτός Εκκλησίας παραμένει ακατανόητον και μέχρι του νυν εισέτι. Δια της αποστολικής διδαχής οι άνθρωποι ανάγονται εις την κατανόησιν του «τιμίου γάμου» και της «αμιάντου κοίτης», όθεν εν τέλει ανέρχονται μέχρι της γνώσεως της χριστιανικής παρθενίας, «μανθάνοντες να ανυψώνται υπεράνω της σαρκός εισερχόμενοι εις τον ατάραχον λιμένα της αφθαρσίας...».
Θα ήθελον ενταύθα να παρατηρήσω την άκραν επικαιρότητα του κηρύγματος της σωφροσύνης και της παρθενίας εις τας ημέρας ημών. Η απόκλισις εκ του καθορισθέντος υπό της Εκκλησίας συνδέσμου του γάμου και εκάστη παράβασις εναντίον αυτού ουχί μόνον υποβιβάζουν την μορφήν του ανθρωπίνου είναι, αλλά επισύρουν και τα χείρονα: την αποσύνθεσιν της προσωπικότητος, ήτις ποιεί την αμαρτίαν• την διάσπασιν των οικογενειών, την διάλυσιν των κρατών, την καταστροφήν και τον όλεθρον ολοκλήρων χωρών και λαών. Εν σχέσει προς πάντα ταύτα δέον να είπωμεν ότι, εάν η πνευματική εξέλιξις της ανθρωπότητος εσυνέχιζε προς εκείνην την κατεύθυνσιν, ως υποδεικνύει ο Άγιος Μεθόδιος, τότε εν εκ των πλέον σπουδαίων και ανησύχων δια τους συγχρόνους νόας ερώτημα, ήτοι το του ελέγχου του πληθυσμού της γης, θα ελάμβανε την καλυτέραν και τω όντι αξίαν λύσιν, της υιοθεσίας του ανθρώπου υπό του Θεού. Αι άγριαι, εγκληματικαί και εντελώς άφρονες θεωρίαι προγραμματισμού του πληθυσμού της γης δια των αλληλοεξοντωτικών πολέμων, θα εστερούντο βάσεως εν τη συνειδήσει των ανθρώπων, και η ζωη επί της γης θα απέβαινεν αληθώς ομοία προς την ουράνιον:«Ελθέτω η Βασιλεία Σου»!
13 51ος Αποστολικός κανών• 9ος και 14ος κανών της εν Γαγγρα Συνόδου.
14 Αγ. Γρηγορίου Νυσσης, Λογος περί παρθενίας IV, 9, 5, «Sources Chretiennes», τομ. 119, Paris 1966, σ. 332.
15 Υπενθυμίζομεν εις το σημείον τούτο ότι ο Άγιος Παφνούτιος, ο ίδιος ων παρθένος, εις την Α' Οικουμενικήν Συνοδον, κατά την μαρτυρίαν του Σωζομένου, υπήρξεν κύριος υποστηρικτής της θέσεως όπως μη θεωρηθή ο σώφρων γάμος κώλυμα δια την ιερωσύνην. Μεταξύ των πολυαρίθμων συνοδικών αποφάσεων, των απτομένων του θέματος αυτού, υπογραμμίζομεν τον 13ον Κανόνα της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου (της εν Τρούλλω, το 691), η οποία απέρριψε κατηγορηματικώς το έθος της Εκκλησίας της Ρωμης, ήτις απηγόρευε την χειροτονίαν των εγγάμων δια την ιερωσύνην.
16 Κλίμαξ ΙΕ' 83, σ. 217.
17 Καλώς περί τούτου εδίδαξεν η Οσία Συγκλητική, της οποίας τον βίον συνέγραψεν, ως τινες λέγουν, ο Άγιος Αθανάσιος ο Μεγας. (Η μνήμη αυτής τελείται την 5ην Ιανουαρίου).
18 Κλίμαξ ΙΣΤ' 2 και 3, σ. 219.
19 Κλίμαξ ΙΣΤ' 22, σ. 221.
20 Κλίμαξ ΙΣΤ' 12, 15, 12, σ. 219-220.
21 260) «Ουκ οίη μερόπεσιν ίη δειλοίσι γενέθλη,
Ερχομένη σαρκών τε και αίματος, οία βροτοίσιν
Ένθα τικτομένοισι και ολλυμένοισι τάχιστα•
Τοίη μεν πρώτιστον• έπειτα δε Πνεύματος αγνού,
Εύτε λεοσσαμένοισι δι ύδατος ήλυθεν αίγλη.»
165) «Η δε τρίτη, δακρύων τε και άλγεως ημετέροιο,
Εικόν αποξύουσα μελανομένην κακότητι.
Ταων την μεν έχεις πατέρων άπο, την δε Θεοίο,
Της δι αυτός γενέτης, βιότω φάος εσθλόν οπάζων».
PG 37, 1498A- 1499A.
22 Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 71995, σ. 349.

'Αποσπασμα από το βιβλίο
του Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου
ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ
Μετάφρασις
εκ του ρωσικού και γαλλικού
υπό του Ιερομονάχου Ζαχαρίου
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή
Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1996

http://www.rel.gr/index.php?rpage=gerontes/sofronios&rpage2=showkeimeno.php&link_id=2