Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για την ημέρα της Β Παρουσίας.

Η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου είναι ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο. Είναι βεβαιωμένο από τον ίδιο τον Κύριο, τους αποστόλους, και από την διδασκαλία της Εκκλησίας. Στο παρόν απόσπασμα, ο ιερός Χρυσόστομος μας εξηγεί όχι μόνο ότι η γνώση της ημερομηνίας ανήκει στον Θεό μόνο, αλλά μας αναλύει και το γιατί ο Κύριος δεν την αποκάλυψε τότε, αλλά ούτε στις επόμενες γενεές, βάζοντας την ταφόπλακα σε οποιαδήποτε εξαγγελία περί την ημέρας και του έτους που θα συμβεί. 


Ιερού Χρυσοστόμου, Ομιλία Θ (Α΄ Θεσ/κεις 5, 1-11).

1. Τίποτε δεν είναι, όπως φαίνεται, τόσο περίεργο και άπληστο για τη μάθηση εκείνων που δεν φαίνονται και είναι καλυμμένα, όσο η φύσις των ανθρώπων. Και αυτό συνήθως συμβαίνει σε αυτήν, όταν έχει ατελή και όχι ακόμη τελειοποιημένη τη διάνοια. Και πράγματι από τα παιδιά τα πιο αφελή δεν σταματούν να καταπονούν και μητέρες και παιδαγωγούς και πατέρες με τις συχνές ερωτήσεις τους, στις οποίες δεν υπάρχει τίποτε άλλο, παρά μόνο, πότε συνέβηκε αυτό και πότε το άλλο. Συμβαίνει δε αυτό και από το ότι προσποιούνται ότι δεν γνωρίζουν και από το ότι δεν έχουν τίποτε άλλο να κάνουν. Πολλά λοιπόν επείγεται να γνωρίζει τώρα και να κατανοήσει η διάνοια μας , και πιο πολύ τον καιρό για την συντέλεια του κόσμου. Και τι το παράδοξο, εάν εμείς το παθαίνωμεν αυτό? Καθόσον και αυτοί οι άγιοι απόστολοι έχουν πάθει αυτό πιο πολύ από όλους. Πριν από το πάθος, αφού επλησίασαν οι απόστολοι, λέγουν στον Χριστό· «Ειπέ ,μας, πότε θα γίνουν αυτά και ποιο είναι το σημάδι της παρουσίας Σου και της συντέλειας του κόσμου?». Ύστερα όμως από το πάθος και την εκ νεκρών ανάστασή Του, έλεγαν προς Αυτόν· «Ειπέ μας, έαν κατά τις ημέρες αυτές πρόκειται να αποκαταστήσεις τη βασιλεία στο Ισραήλ». Τίποτε όμως πριν από αυτό δεν ηρώτησαν Αυτόν. Αλλά δεν συμπεριφέρονται έτσι αργότερα, όταν εθεωρήθηκαν άξιοι και έλαβαν το άγιο Πνεύμα. Όχι μόνο δεν ερωτούν αυτοί, ούτε στενοχωρούνται για την άγνοια, αλλά και εκείνους που υποφέρουν από την ενοχλητική αυτήν περιέργεια τους ανακουφίζουν. Άκουσε λοιπόν τι ο μακάριος Παύλος λέγει τώρα· «Για τους χρόνους όμως και τους καιρούς, αδελφοί, δεν έχετε ανάγκη να σας γράψωμεν». Γιατί δεν είπε ότι κανείς δεν γνωρίζει? Γιατί δεν είπε, ότι δεν έχει αποκαλυφθεί, αλλά «δεν έχετε ανάγκη να σας γράψωμεν»? Διότι με εκείνο τον τρόπο θα τους στενοχωρούσε περισσότερο, λέγοντας όμως έτσι τους παρηγόρησε. Διότι το «δεν έχετε ανάγκη», δεν άφησε να ερευνούμε αυτό και σαν περιττό και σαν ασύμφορο. Γιατί ποιο είναι, ειπέ μου, το κέρδος?  Ας υποθέσουμε ότι η συντέλεια γίνεται ύστερα από είκοσι χρόνια, ύστερα από τριάντα, ύστερα από εκατό· τι σχέση έχει αυτό για μας? Δεν είναι η συντέλεια του καθενός το τέλος της ζωής του? Γιατί ασχολείσαι και αγωνιάς για το κοινό τέλος όλων? Αλλά εκείνο που παθαίνομε σχετικά με τα άλλα, αυτό παθαίνομε καις το ζήτημα αυτό. Γιατί, όπως ακριβώς στα άλλα, αφού εγκαταλείψωμε τα δικά μας πράγματα, φροντίζομε τα κοινά λέγοντας· ο τάδε είναι πόρνος, ο τάδε μοιχός, εκείνος έκλεψε, άλλος έκαμε αδικία, κανένας όμως δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τα δικά του, αλλά φροντίζει περισσότερο για όλα, παρά για τα δικά του. Έτσι και εδώ, αφού παραμελήσαμε να φροντίζωμε ο καθένας για το δικό του τέλος, θέλομε να μάθωμε την κοινή κατάλυση όλων. Τι κοινό λοιπόν έχεις με εκείνη? Εάν κάνεις καλή χρήση αυτού του τέρματος της ζωής σου, δεν θα πάθεις κανένα κακό από εκείνο. Ας υποθέσωμε ότι είναι μακρυά, ας υποθέσωμε ότι πλησιάζει· καμία σχέση δεν έχει αυτό με μας. Γι’ αυτό δεν το είπε Χριστός, επειδή δεν μας συνέφερε. Πως, λέγει, δεν μας συνέφερε? Αυτός ο οποίος και απέκρυψε αυτό, αυτός γνωρίζει γιατί δεν μας συνέφερε. Γιατί άκουε αυτόν που λέγει στους αποστόλους· «Δεν είναι δικό σας έργο να γνωρίσετε τους χρόνους ή τους καιρούς, τους οποίους ο Πατέρας εκράτησε στην αποκλειστική του εξουσία». Γιατί είσθε περίεργοι? λέγει. Οι απόστολοι που ήσαν πλησίον του Πέτρου του κορυφαίου ήκουσαν αυτά, επειδή εζητούσαν να μάθουν ανώτερα από τον εαυτό τους. Ναι, λέγει, αλλά ήταν δυνατό να κλείσωμε έτσι τα στόματα των Ελλήνων. Με ποίον τρόπο, ειπέ μου? Επειδή εκείνοι, λέγει, θεωρούν ότι ο κόσμος αυτός είναι θεός, εάν εγνωρίζαμε τον καιρό της συντέλειάς του, θα εκλείναμε τα στόματά τους. Αυτό λοιπόν είναι που αποστομώνει εκείνους, το να μάθουν πότε εξαφανίζεται, ή να μάθουν ότι εξαφανίζεται? Αυτό να λέγετε προ αυτούς, ότι ο κόσμος θα έχει τέλος. Άκουσε τον Παύλο που λέγει· «Γιατί σεις γνωρίζετε με ακρίβεια, ότι η ημέρα του Κυρίου, όπως ο κλέπτης μέσα στην νύχτα, έτσι έρχεται», όχι μόνο η κοινή για όλους, αλλά και η προσωπική του καθενός, γιατί αυτή μιμείται εκείνην, αυτή είναι και συγγενής. Γιατί αυτό που εκείνη κάνει γενικά σ’ όλους, αυτή το κάνει ξεχωριστά για τον καθένα. Και ο καιρός της συντέλειας άρχισε από τον Αδάμ, όπως δε και το τέλος του καθενός είναι καιρός της συντέλειας, αφού και τώρα δεν θα αμαρτήσει κανείς έαν ονομάσει αυτό συντέλεια. Όταν λοιπόν καθημερινά πεθαίνουν πάρα πολλοί και όλοι περιμένουν την ημέρα εκείνη και πριν από εκείνη δεν ανασταίνεται κανένας, δεν είναι το έργο εκείνης? Εάν όμως θέλετε να μάθετε γιατί έχει αποκρυβεί αυτή και γιατί έρχεται σαν κλέπτης μέσα στην νύχτα, εγώ θα σας είπω ότι κατά τη γνώμη μου καλώς έχει λεχθεί αυτό. Κανείς δεν θα φρόντιζε ποτέ για την αρετή σε όλη του τη ζωή, αλλά γνωρίζοντας την τελευταία του ημέρα και αφού θα έπραττε άπειρα κακά, και αφού θα εβαπτίζετο τότε, έτσι θα πέθαινε. Εάν λοιπόν τώρα, που ο φόβος της αβεβαιότητας κατατρομάζει τις ψυχές όλων, αφού όλοι μέσα στην κακία εσπατάλησαν όλη τους την προηγούμενη ζωή, βαπτίζωνται στις τελευταίες τους στιγμές, εάν ήταν πάρα πολύ πεπεισμένοι γι αυτό, ποιος θα εφρόντιζε ποτέ για την αρετή? Εάν πολλοί επέθαναν χωρίς βάπτισμα και ούτε αυτός ο φόβος τους εδίδαξε όταν εζούσαν να φροντίζουν  εκείνα που αρέσουν στον Θεό, εάν και αυτός ο φόβος εξαφανιζόταν, ποιος θα εγίνετο ποτέ σώφρων? Και ποιος αγαθός? Δεν υπάρχει κανείς. Επίσης θα είπω και κάτι άλλο. Πολλούς κυριεύει τώρα ο φόβος του θανάτου και ο πόθος της ζωής. Εάν όμως ο καθένας εγνώριζε, ότι αύριο θα πεθάνει οπωσδήποτε, τίποτε δεν θα  εσταματούσε να πράξει πριν από την ημέρα εκείνη, αλλά και θα έσφαζε αυτούς που θα ήθελε και θα εκαρπούνταν τα δικά τους πολεμώντας τους εχθρούς, και θα έκαμε άπειρα κακά. Γιατί ο άνθρωπος ο μιαρός, που είναι απελπισμένος στην ζωή αυτή, δεν λογαριάζει ούτε αυτόν που φορεί την πορφύρα. Εκείνος λοιπόν που έχει πεισθεί ότι οπωσδήποτε πρέπει να πεθάνη, και θα πολεμήσει τον εχθρό του και αφού πρώτα θα χάριζε απόλαυση στην ψυχή του, έτσι θα εδέχετο το θάνατο. Να ειπώ και κάποιο άλλο τρίτο? Όσοι αγαπούν τη ζωή και επιθυμούν υπερβολικά τα πράγματα του κόσμου αυτού, θα είχαν καταστραφεί τελείως από την απελπισία και την λύπη. Γιατί ένα κάποιος νέος εγνώριζε καλά ότι θα πεθάνει πριν από τα γηρατειά του, σαν ακριβώς τα νωθρότατα θηρία, που όταν συλληφθούν, γίνονται τέτοια, επειδή περιμένουν το θάνατό τους, έτσι θα εσυμπεριφέρετο. Ακόμη ούτε αυτοί οι γενναίοι άνδρες δεν θα είχαν μισθό. Γιατί, εάν εγνώριζαν ότι πρέπει οπωσδήποτε ύστερα από τρία χρόνια να πεθάνουν, και ότι πριν από αυτά δεν είναι δυνατό, ποιο μισθό θα είχαν ριψοκινδυνεύοντας τα δεινά? Γιατί θα μπορούσε κάποιος να είπει προς αυτούς, ότι επειδή έχετε θάρρος για τα τρία χρόνια, για αυτό κινδυνεύετε, γνωρίζοντας ότι δεν είναι δυνατό να πεθάνετε. Εκείνος λοιπόν που περιμένει από κάθε κίνδυνο ότι θα πεθάνει και γνωρίζει ότι θα ζήσει όταν δεν ριψοκινδυνεύσει, εάν πεθάνει επιχειρώντας παρόμοια έργα, έδωσε τη πιο μεγάλη απόδειξη της προθυμίας του  και της περιφρονήσεώς του γι αυτή τη ζωή. Θα σας το κάνω όμως αυτό φανερό με ένα παράδειγμα. Ειπέ μου, εάν ο πατριάρχης Αβραάμ έφερνε τον υιό του γνωρίζοντας από πριν ότι δεν θα τον θυσιάσει, άραγε θα είχε κάποιο μισθό? Τι λοιπόν, εάν ο Παύλος, γνωρίζοντας από πριν ότι δεν θα πεθάνη, επεριφρονούσε τους κινδύνους, πως θα ήταν θαυμαστός? Γιατί έτσι και εκείνος που είναι νωθρότατος θα ανέβαινε στη φωτιά, εάν είχε κάποιον αξιόπιστον εγγυητή για την ασφάλειά του. Οι τρεις παίδες όμως δεν ήταν τέτοιοι, αλλ’ άκουε αυτούς που λέγουν· «Βασιλεύ, υπάρχει Θεός στον ουρανό, ο οποίος θα μας ελευθερώσει από τα χέρια σου και από το καμίνι αυτό· αλλά και ένα δεν κάμει αυτό, ας γνωρίζεις ότι δεν λατρεύουμε τους θεούς σου και δεν προσκυνούμε την χρυσή εικόνα, την οποία έστησες». Βλέπετε πόσα κέρδη υπάρχουν, και περισσότερα από αυτά, από το να μη γνωρίζει κανείς το θάνατό του? Γι’ αυτό όπως ο κλέπτης μέσα στην νύχτα, έτσι έρχεται για να μη ωθούμε τους εαυτούς μας στην κακία, ούτε στην αδιαφορία, για να μην μας αφαιρέσει το μισθό μας.


2.«Διότι σεις», λέγει, «γνωρίζετε με ακρίβεια». Γιατί λοιπόν είσθε περίεργοι, αφού έχετε πεισθή? Το ότι δε είναι άγνωστο το μέλλον, γνώριζέ το από αυτά που είπε ο Χριστός, το ότι όμως γι  αυτό το είπε, άκουσε τι λέγει· «Γρηγορείτε λοιπόν, γιατί δεν γνωρίζετε ποια ώρα έρχεται ο κλέπτης». Γι αυτό και ο Παύλος έλεγε· «Όταν όμως λέγουν οι άνθρωποι, ότι έχομε ειρήνη και ασφάλεια, τότε επέρχεται εναντίον τους ξαφνική καταστροφή, όπως ο πόνος του τοκετού στην έγκυο γυναίκα, και δεν θα διαφύγουν αυτήν». Εδώ υπαινίχθηκε κάτι, το οποίο υπαινίχθηκε και στη Β προς Θεσσαλονικείς επιτολή του. Επειδή δηλαδή αυτοί μεν ευρίσκοντο σε θλίψεις, εκείνοι δε που τους επολεμούσαν είχαν άνεση και απολαύσεις, και τους επαρηγορούσε για τα παρόντα δεινά με αυτό το κήρυγμα της αναστάσεως, αλλά εκείνοι αντιδρούσαν προβάλλοντας προγονικά τους επιχειρήματα, και έλεγαν, πότε θα συμβεί? Πράγμα  που οι προφήται έλεγαν· «Αλλοίμονο σε εκείνους που λέγουν, ας επιταχύνει εκείνα που θα κάμει ο Θεός, για να ιδούμε, και ας έλθει το θέλημα του αγίου του Ισραήλ, για να μάθωμεν αυτό», και πάλι «Αλλοίμονο σε εκείνους που την επιθυμούν επειδή δεν πιστεύουν· και λέγει· «Η ημέρα του Κυρίου είναι σκοτάδι και όχι φως». Πρόσεχε λοιπόν πως παρηγορεί αυτούς ο Παύλος· είναι σαν να έλεγε· ας μη θεωρήσουν το ότι αυτοί απολαμβάνουν τα υλικά αγαθά απόδειξη του ότι δεν πλησιάζει η κρίσις· διότι με αυτόν τον τρόπον πλησιάζει. Αξίζει όμως να εξετάσωμε και αυτό· εάν έρχεται ο αντίχριστος και εάν έρχεται και ο Ηλίας, πως όταν λέγουν, ότι έχομε ειρήνη και ασφάλεια, τότε επέρχεται σε αυτούς ξαφνική καταστροφή? Γιατί αυτά δεν αφήνουν να έλθει ξαφνικά η ημέρα του Κυρίου, επειδή είναι αποδείξεις της παρουσίας της. Αλλά ούτε τον ίδιο χρόνο θέλει να είναι χρόνος του αντιχρίστου και της ημέρας εκείνης γιατί εκείνο θα είναι σημάδι της παρουσίας του Χριστού. Αυτός όμως δεν θα έχει σημάδι αλλά θα έλθει ξαφνικά και απροσδόκητα. Γιατί στην έγκυο γυναίκα, λέγει, δεν έρχεται κρυφά, επειδή γνωρίζει ότι ύστερα από εννέα μήνες θα είναι ο τοκετός. Και έρχεται λοιπόν πάρα πολύ κρυφά, γιατί άλλες εγέννησαν σε διάστημα επτά μηνών και άλλες εννέα μηνών· οπωσδήποτε όμως και η ημέρα και η ώρα είναι άγνωστη. Με αυτή λοιπόν την έννοια τα λέγει αυτά ο Παύλος. Και είναι ακριβής η εικόνα, γιατί δεν υπάρχουν πολλές αποδείξεις των πόνων του τοκετού. Πολλές μάλιστα γυναίκες εγέννησαν, χωρίς να γνωρίζουν από πριν, και στους δρόμους και έξω από το σπίτι. Δεν υπαινίχθηκε εδώ μόνο το άγνωστο της ημέρας, αλλά και την πίκρα της οδύνης. Γιατί όπως ακριβώς εκείνη καθώς παίζει και γελά, χωρίς να προβλέπει εντελώς τίποτε, ξαφνικά όταν κυριευθεί από υπερβολικούς πόνους κόπτεται στα δύο με τις ωδίνες, έτσι και οι άνθρωποι εκείνοι, όταν έλθει η ημέρα. «Και δεν θα διαφύγουν», λέγει· πράμα που έλεγε τώρα.

3.«Εσείς όμως αδελφοί, δεν ευρίσκεστε σε σκοτάδι, για να σας καταλάβη η ημέρα του Κυρίου σαν κλέπτης». Εδώ εννοεί το σκοτεινό και ακάθαρτο τρόπο ζωής. Όπως ακριβώς δηλαδή πράττουν τα πάντα οι μιαροί και πονηροί άνθρωποι μέσα στην νύχτα, ξεφεύγοντας την προσοχή όλων και κλείνοντας τον εαυτό τους εντελώς μέσα στο σκοτάδι. Γιατί ειπέ μου, δεν προσέχει το βράδυ ο μοιχός? Δεν προσέχει τη νύκτα ο κλέπτης? Δεν κάνει όλη του την εργασία ο τυμβωρύχος μέσα στην νύχτα? Τι λοιπόν? Δεν καταλαμβάνει αυτούς σαν κλέπτης? Δεν επέρχεται και σε αυτούς κρυφά, αλλά το γνωρίζουν από πριν? Πως λοιπόν λέγει, «Δεν έχετε ανάγκη να σας γράφωμε»? Εδώ δεν ομιλεί σχετικά με το άγνωστο της ημέρας, αλλά σχετικά με τη συμφορά αυτών, δηλαδή, δεν θα έλθη για κακό δικό τους. Βέβαια θα έλθει κρυφά και σε αυτούς, αλλ’ όμως δεν θα τους περιβάλει με κανένα λυπηρό. «Για να μη σας καταλάβει», λέγει, «η ημέρα του Κυρίου σαν κλέπτης». Γιατί σε όσους είναι άγρυπνοι και ευρίσκονται σε φως, και αν ακόμη γίνει κάποια επίσκεψις ληστού, δεν θα μπορέσει να αφανίσει τίποτε. Έτσι συμβαίνει και σε όσους ζουν ορθώς. Αλλά εκείνους που κοιμούνται αφού τους τα αφαιρέσει όλα απέρχεται, εκείνους δηλαδή που έχουν εμπιστοσύνη στα πράγματα του κόσμου αυτού. «Γιατί όλοι εσείς», λέγει, «είσθε τέκνα φωτός και τέκνα ημέρας». Και πως είναι δυνατό να είναι τέκνα ημέρας? Όπως είναι τα τέκνα της απώλειας, όπως είναι τα τέκνα της κολάσεως. Γι αυτό και ο Χριστός έλεγε στους Φαρισσαίους· «Αλλοίμονό σας, γιατί περιέρχεστε τη θάλασσα και τη γη για να κάμετε έναν προσήλυτο· και όταν γίνει, τον κάνετε παιδί της κολάσεως». Επίσης και ο Παύλος έλεγε· «Για τα ποία αμαρτήματα έρχεται η οργή του Θεού επάνω στα τέκνα της απειθείας», δηλαδή, αυτοί οι οποίοι πράττουν εκείνα που ανήκουν στη γέεννα, αυτοί που συστηματικά απειθούν. Έτσι και τέκνα του Θεού είναι εκείνοι που πράττουν αυτά που αρέσουν στον Θεό· έτσι και τέκνα ημέρας και τέκνα φωτός είναι εκείνοι που πράττουν τα έργα του φωτός. «Και δεν είμασθε τέκνα της νύχτας ούτε του σκότους. Επομένως λοιπόν ας μη κοιμώμασθε, όπως και οι υπόλοιποι, αλλά ας είμασθε άγρυπνοι και προσεχτικοί. Γιατί όσοι κοιμούνται, κοιμούνται στη διάρκεια της νύχτας, και όσοι μεθούν, μεθούν την νύχτα· εμείς όμως επειδή είμαστε τέκνα της ημέρας, ας είμασθε προσεκτικοί». Εδώ δείχνει ότι το να ευρισκώμασθε στην ημέρα εξαρτάται από μας. Γιατί εδώ, στην περίπτωση δηλαδή της ημέρας αυτής και της νύχτας, δεν εξαρτάται από μας, αλλά και χωρίς τη θέλησή μας έρχεται η νύχτα και χωρίς να θέλωμε επέρχεται ο ύπνος. Στην περίπτωση όμως της νύχτας εκείνης και του ύπνου, δεν έρχονται χωρίς τη θέλησή μας, αλλά είναι δυνατό συνέχεια να έχωμε ημέρα, είναι δυνατό συνέχεια να είμαστε άγρυπνοι. Γιατί το να κλείσωμε τα μάτια της ψυχής και να προκαλέσωμε τον ύπνο από την κακία, δεν είναι έργο της φύσεως, αλλά της δικής μας διαθέσεως. «Αλλά ας είμαστε», λέγει, «άγρυπνοι και προσεκτικοί». Γιατί είναι δυνατό να κοιμάται κανείς και όταν είναι άγρυπνος, εάν δεν κάνει κανένα αγαθό έργο· γι αυτό επρόσθεσε, «και ας είμαστε νηφάλιοι». Γιατί και στη διάρκεια της ημέρας αν είναι κανείς άγρυπνος, δεν είναι όμως προσεκτικός, θα περιπέσει σε άπειρα κακά. Συνεπώς η νηφαλιότητα επαυξάνει την επαγρύπνηση. «Όσοι κοιμούνται», λέγει, «κοιμούνται κατά την διάρκεια  της νύκτας και όσοι  μεθούν, μεθούν την νύκτα». Μέθη εδώ εννοεί όχι μόνο αυτήν που προέρχεται από το κρασί, αλλά και αυτήν  που προέρχεται από όλα τα κακά. Καθόσον μέθη της ψυχής είναι ο πλούτος, η επιθυμία των χρημάτων, ο πόθος των σωμάτων και οτιδήποτε άλλο θα ειπείς, είναι μέθη της ψυχής. Γιατί όμως εκάλεσε ύπνο την κακία? Διότι πρώτα αυτός είναι αδρανής για να ασκήσει την αρετή· έπειτα, τα πάντα φαντάζεται, τίποτε δεν βλέπει αληθινό, αλλά είναι γεμάτος όνειρα και ανόητα πολλές φορές πράγματα· και εάν ίδει κάτι καλό, τίποτε δεν έχει βέβαιο ούτε σταθερό. Τέτοια είναι η παρούσα ζωή, γεμάτη όνειρα και φαντασία. Όνειρο είναι ο πλούτος, η δόξα, όλα τα παρόμοια. Όποιος κοιμάται, αυτά που υπάρχουν και έχουν πραγματική υπόσταση δεν τα βλέπει, αυτά όμως που δεν υπάρχουν, τα φαντάζεται σαν υπαρκτά. Τέτοια είναι η κακία και η ζωή μέσα στην κακία. Δεν βλέπει αυτά που υπάρχουν, δηλαδή, τα πνευματικά, τα ουράνια, τα σταθερά αγαθά, αλλά αυτά που μεταβάλλονται πάντοτε και εξαφανίζονται και φεύγουν γρήγορα από μας. Δεν αρκεί όμως το να είμασθε άγρυπνοι και προσεκτικοί, αλλά πρέπει και να εξοπλιζώμασθε καλά. Γιατί και αν ακόμη κανείς είναι άγρυπνος και προσεκτικός, δεν έχει όμως όπλα, γρήγορα οι λησταί καταβάλλουν αυτόν. Όταν λοιπόν είναι ανάγκη να είμασθε άγρυπνοι και προσεκτικοί και να εξοπλιζώμαστε, εμείς όμως είμασθε άοπλοι και γυμνοί και κοιμώμαστε, ποιος θα εμποδίσει το ληστή να καρφώσει το μαχαίρι?

4.«Ας ενδυθούμε με θώρακα την πίστη και την αγάπη, και περικεφαλαία, την ελπίδα της σωτηρίας». «Της πίστεως και της αγάπης», λέγει. Εδώ υπαινίχθηκε τον τρόπο ζωής και το δόγμα. Εφανέρωσε τι σημαίνει να είμαστε άγρυπνοι και προσεκτικοί, το να έχωμε δηλαδή το θώρακα της πίστεως και της αγάπης. Δεν λέγει την τυχαία πίστη, αλλά όπως το θώρακα τίποτε δεν θα ημπορούσε να τον τρυπήσει γρήγορα, αλλά είναι ασφαλές τείχος στο στήθος, έτσι και συ κτίσε γύρω στην ψυχή την πίστη και την αγάπη και δεν θα μπορέσει να καρφωθεί κανένα από τα πυρωμένα βέλη του διαβόλου. Γιατί όπου θα έχει ενισχυθεί από πριν η δύναμις της ψυχής με το όπλο της αγάπης, όλα στα χαμένα και άσκοπα τα επινοούν εκείνοι που την επιβουλεύονται. Γιατί ούτε η πονηρία, ούτε η έχθρα, ούτε η βασκανία, ούτε η κολακεία, ούτε η υποκρισία, ούτε τίποτε άλλο θα μπορέσει να πλησιάσει αυτή η ψυχή. Δεν είπε απλώς αγάπη, αλλά ισχυρή σαν το θώρακα. «Και περικεφαλαία, την ελπίδα της σωτηρίας». Γιατί όπως ακριβώς η περικεφαλαία σώζει το πιο ευαίσθητο από τα όργανα του σώματός μας, επειδή περιβάλλει το κεφάλι μας και το καλύπτει από παντού, έτσι και η ελπίδα δεν αφήνει το νου να πέσει σε σφάλμα, αλλά τον κάνει να σταθεί όρθιο όπως το κεφάλι, χωρίς να επιτρέπει να πέσει σε αυτόν τίποτε από τα έξω. Έως ότου δεν θα φέρεται τίποτε εναντίον της, ούτε αυτή ολισθαίνει, γιατί αυτός που είναι οπλισμένος με αυτά τα όπλα δεν είναι δυνατό να πέσει ποτέ. «Γιατί μένει η πίστης, η ελπίδα, η αγάπη».

(Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ, τόμος 22). 

 http://exprotestant.blogspot.com