Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Μπορείς να δεις;


Ο Αββάς Θεόδωρος κάποτε ζήτησε από τον Όσιο Παμβώ να του πει ένα ωφέλιμο λόγο, που να τον θυμάται σε όλη του τη ζωή.
- Απόκτησε έλεος για όλους τους συνανθρώπους σου, Αββά Θεόδωρε, για να έχεις παρρησία στο Θεό.
Τα παραπάνω λόγια του Οσίου καταδεικνύουν τη σπουδαιότητα της αρετής της ελεημοσύνης. «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται» ψελλίζει ό ψαλμωδός τονίζοντας την ανταμοιβή πού ό Θεός παρέχει στους ελεήμονες. 

Ή εποχή στην οποία ζούμε χαρακτηρίζεται ως εποχή των μεγάλων αντιθέσεων. Ό πλούτος και ή οικονομική ευρωστία των ισχυρών αντιτίθεται στη φτώχεια και στην εξαθλίωση των αδυνάτων. Χρέος όλων των χριστιανών αποτελεί ή βοήθεια προς τούς αναξιοπαθώντας αδελφούς μας.
Ή ελεημοσύνη αποτελεί κατάθεση ψυχής. 'Ελεεί κανείς το συνάνθρωπο του όποτε και όπως μπορεί. Ελεήμων δεν είναι μόνο εκείνος που προσφέρει χρήματα. Ελεήμων είναι εκείνος που συντροφεύει και παρηγορεί τον άρρωστο και μοναχικό γέροντα, προσφέροντάς του θαλπωρή και αγάπη. 'Ελεήμων είναι εκείνος που με το λόγο και το παράδειγμά του μεταδίδει το λόγο του Θεού στις ψυχές εκείνες που δε είχαν τις κατάλληλες ευκαιρίες και συνθήκες, για να τον γνωρίσουν. 'Ελεήμων είναι εκείνος που σκορπά απλόχερα ειλικρινή αγάπη προς τον πλησίον του παρέχοντάς του βοήθεια σε οποίο πρόβλημα τον απασχολεί.
Μία ευλαβής παιδική ψυχή ανέφερε χαρακτηριστικά : «Δε θέλω να ξέρω πόσο στοιχίζουν τα μοντέρνα παπούτσια της συμμαθήτριάς μου. Θέλω να ξέρω πόσο στοιχίζουν τα παπούτσια που θα κάνουν όλα τα παιδιά να μη περπατούν με πόδια γυμνά. Δε θέλω να ξέρω πόσο στοιχίζουν τα γούνινα παλτά και οι τουαλέτες των κυριών. Θέλω να ξέρω πόσο κοστίζει να ντυθούν όλα της γης τα ορφανά. Δε θέλω να ξέρω πόσο στοιχίζουν τα πλούσια φαγητά και τα γλυκίσματα των πλουσίων. Θέλω να ξέρω πόσο κοστίζει λίγο ψωμί για όλους τούς πεινασμένους. Δε θέλω να ξέρω πόσο στοιχίζουν τα βαρύτιμα κοσμήματα των 'Μεγάλων'. Θέλω να ξέρω πόσο στοιχίζει ένα μικρό παιχνίδι για τα παιδιά που δε χάρηκαν ποτέ».
Ό ιερός Χρυσόστομος αναφέρει χαρακτηριστικά, τονίζοντας την αναγκαιότητα της ελεημοσύνης. «Δεν είναι μόνο υποχρέωσή σου, αλλά και συμφέρον σου να δίδεις στους φτωχούς. Ποια απόκριση θα δώσεις στον Κριτή σου, όταν ντύνεις τούς τοίχους με πολύτιμα μάρμαρα και αφήνεις γυμνό το συνάνθρωπο σου; Ποια απόκριση θα δώσεις στον Κριτή σου όταν θάπτεις στα θησαυροφυλάκια το χρυσάφι και αφήνεις να θάβεται καθημερινά από τη φτώχεια και την ανέχεια ό συνάνθρωπος σου;
Ό άγιος πρεσβύτερος της Κων/πολης Μαρκιανός στολιζόταν με πολλές αρετές, ιδιαίτερα με την ακτημοσύνη και την ελεημοσύνη. Παράδοξος συνδυασμός ! Ενώ ήταν ακτήμων, ελεούσε !...
Καθώς στεκόταν πολύ ψηλότερα από κάθε γήινο αγαθό, ό άγιος Μαρκιανός δεν απέκτησε ποτέ πράγμα δικό του, που να έχει κάποια αξία, ούτε δεύτερο ένδυμα! Όταν οι γνωστοί του, του χάριζαν κάτι, το έδινε παρευθύς στον πρώτο φτωχό που θα συναντούσε στο δρόμο του.
Την ημέρα των εγκαινίων του ναού της άγιας Αναστασίας, έφυγε ξημερώματα από τη φτωχή καμαρούλα του, για να ετοιμάσει το άγιο βήμα. θα ερχόταν ό Πατριάρχης με πολλούς αρχιερείς! θα ερχόταν και ό αυτοκράτωρ με όλους τούς άρχοντες!
Όταν έφθασε στο μεγαλοπρεπέστατο ναό, που ό ίδιος με την απαράμιλλη δραστηριότητα του είχε ανακαινίσει, τον πλησίασε ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, γυμνός, μελανιασμένος από το κρύο. Έδειχνε να υποφέρει πολύ. Άπλωσε διστακτικά το χέρι να του γυρέψει ελεημοσύνη. Ό άγιος Μαρκιανός Έψαξε στις τσέπες του. Αλλά, συνηθισμένο πράγμα σ' αυτόν, δε βρήκε καθόλου χρήματα. Έπρεπε όμως να δώσει κάτι σ' εκείνον τον δυστυχή. Του ράγισε την καρδιά ή γύμνια του, το τρεμούλιασμά του.
Ό φιλάνθρωπος ιερέας πήρε την απόφασή του. Θα του έδινε τα δικά του ρούχα! Δεύτερα δεν είχε, αλλά αυτό δεν πείραζε. Τώρα θα φορούσε τα ιερατικά του, αφού θα Έπαιρνε μέρος στη Θεία Λειτουργία. Πήγε λοιπόν στο σκευοφυλάκιο, φόρεσε τα άμφιά του και όλα του τα ρούχα τα έδωσε στο φτωχό. Εκείνος έμεινε με το στόμα ανοικτό μπροστά σε τόση καλοσύνη!
Ήρθαν στο μεταξύ και οι άλλοι κληρικοί με τον Πατριάρχη και άρχισε ή Θεία Λειτουργία. Μα κάτι παράδοξο συνέβαινε εκείνη τη μέρα. Τα βλέμματα του εκκλησιάσματος από τον αυτοκράτορα μέχρι τον τελευταίο πιστό, είχαν καρφωθεί πάνω στον Μαρκιανό. Το ίδιο και των κληρικών μέσα στο Ιερό. Δυο μάλιστα από αυτούς είχαν αρχίσει να σιγοψιθυρίζουν τις επικρίσεις τους.
- Πού βρήκε άραγε τη χρυσούφαντη στολή; Αυτός δεν έχει ποτέ του χρήματα. Έτσι τουλάχιστον έδειχνε...
- Κοίταξε και με διαμάντια κεντημένη! Έ, αυτό πια καταντά σκάνδαλο.
Όταν στο τέλος της Θείας Λειτουργίας βγήκε με το Άγιο Ποτήριο να κοινωνήσει τον κόσμο, ένας ψίθυρος θαυμασμού ακούστηκε απ' όλα τα χείλη. Ό ναός άστραψε από το φεγγοβόλημα των αμφίων του.
Ένας ανώτερος κληρικός πλησίασε τότε τον Πατριάρχη με φανερή αγανάκτηση και του είπε:
- Δεν πρέπει ή αγιοσύνη σου, δέσποτα, να παραλείψει να συστήσει κάποια μετριότητα σ' αυτόν τον άσημο κληρικό. Τέτοια στολή ταιριάζει μόνο στο Βασιλιά.
Ό αγαθός πατριάρχης άρχισε να στενοχωριέται με τις διαμαρτυρίες του ιερατείου του. Είχε φυσικά κι ό ίδιος απορήσει με την πρωτοφανή πολυτέλεια των αμφίων πού φόρεσε - έτσι τουλάχιστον νόμιζε - για την πανήγυρη ό άγιος Μαρκιανός. Τον γνώριζε όμως πολύ καλά και γι' αυτό δεν μπορούσε να τον χαρακτηρίσει ματαιόδοξο. Ωστόσο αποφάσισε να του πει κάτι. Μετά την απόλυση τον κάλεσε στο σκευοφυλάκιο.
- Που βρήκες τη στολή αυτή, Μαρκιανέ; Θα έλεγε κανείς πώς πήρες την απόφαση να συναγωνιστείς σε πολυτέλεια τον αυτοκράτορα! Ό ιερέας πρέπει να είναι μέτριος στην εμφάνισή του, για να μη σκανδαλίζει το λαό και μάλιστα τις φτωχότερες τάξεις.
Εκείνος έριξε πρώτα ένα φευγαλέο βλέμμα στα φτωχικά λινά του άμφια, τα μοναδικά που είχε για να ιερουργεί. Έπειτα κοίταξε με απορία τον Πατριάρχη.
- για ποια στολή ομιλεί ή αγιοσύνη σου, δέσποτα; Αν πρόκειται γι' αυτή που φορώ, είναι ή ίδια που πήρα από τα χέρια σου, όταν πριν από είκοσι πέντε χρόνια με χειροτόνησες πρεσβύτερο!
Ό πατριάρχης συνοφρυώθηκε. Έ, ήταν πάρα πολύ να προσπαθεί να τον ξεγελάσει μπροστά στα μάτια του.
- Κι αυτή εδώ; του φώναξε, παίρνοντας στα χέρια του το φελόνι.
Τότε όμως παρατήρησε πώς κάτω από τα άμφιά του ήταν γυμνός, κι εκείνη ή πολύτιμη στολή, που είχε προκαλέσει τόσο θαυμασμό και θόρυβο, δεν ήταν άλλη από τη συνηθισμένη, με την οποία τόσα χρόνια τώρα τον έβλεπε να λειτουργεί.
- Ποιος σε γύμνωσε, Μαρκιανέ; ρώτησε έκπληκτος ό Πατριάρχης.
Ό άγιος πήρε τότε στα χέρια του το Ευαγγέλιο, που μόλις προ ολίγου είχε τοποθετήσει στη θήκη του και το έδειξε στον αρχιερέα.
- Αυτό με γύμνωσε, άγιε δέσποτα! Κατασυγκινημένος ό Πατριάρχης τον έσφιξε στην αγκαλιά του και φιλώντας τον πατρικά του είπε:
- "Ω, αν όλοι οι ιερείς σού έμοιαζαν, δε θα είχαμε ανάγκη από ιεροκήρυκες, θα κήρυττε το φωτεινό τους παράδειγμα!

Πρωτοπρ.Βασιλείου Κων.Ακριβόπουλου

agioritis.pblogs.gr