Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

ΜΑΣ ΚΑΛΕΙ Ο ΘΕΟΣ. ΠΩΣ;

ὴν ταύτην· Ἄνθρωπός τις ἐ­ποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς»

ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Εἶνε μία παραβολή, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός μας. Ἡ παραβο­λὴ μοιάζει μὲ καρπό. Ὁ καρπὸς ἔχει δύο πράγμα­τα· φλοιὸ καὶ ψύχα. Σπᾷς τὸ τσῶφλι στὸ καρύδι καὶ τρῶς τὸν καρπό. Καὶ στὴν παραβολὴ φλοιὸς εἶνε οἱ λέξεις, οἱ εἰκόνες, τὰ παραδείγματα, ποὺ παίρ­νει ὁ Κύριος ἀπὸ τὴ φύσι καὶ τὴν καθημερινὴ ζωή. Πίσω ἀπ’ αὐτὰ κρύβονται ἀλήθειες μεγά­λες καὶ ὑψηλές. Ἂς δοῦμε τὶς πρῶτες λέξεις.

* * *

Λέει, ὅτι κάποιος «ἄνθρωπος ἐποίησε δεῖ­πνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς» (Λουκ. 14,16). Ποιός εἶνε αὐτός, ποιό εἶνε τὸ δεῖπνο, ποιούς προσκαλεῖ, καὶ πῶς τοὺς προσκαλεῖ;
«Ἄνθρωπος» δὲν εἶνε ἐδῶ ἕνας βασι­λεὺς ἢ ἡγεμών. Αὐτοί, ὅσο σπουδαῖοι κι ἂν εἶ­νε, μπροστὰ στὸν Κύριό μας, στὸ Θεὸ ποὺ εἶ­νε ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων, εἶνε ἕνα πε­λώριο μηδενικό. Ὁ Θεὸς παραθέτει τὸ δεῖπνο.
Ποιό εἶνε τὸ «μέγα δεῖπνον»; Δεῖπνο εἶνε τὰ ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθὰ ποὺ χαρί­ζει ὁ Θεός. Τὰ ὑλικὰ μικρά, τὰ πνευμα­τικὰ μεγάλα.
Ποιά εἶνε τὰ ὑλικὰ ἀ­γαθά; Εἶνε ὁ ἥλιος, ὁ ἀ­τμοσφαιρικὸς ἀέρας, τὸ ὀξυγόνο, τὸ νερό, οἱ τροφές. Μπορεῖ νὰ ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος χωρὶς αὐτά; Ἀ­δύνατον. Ποιός τὰ δίνει; Ὁ Θεός. Πόσο ἀχάριστοι εἴμεθα! Οἱ πρόγονοί μας εἶ­χαν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό· δὲν ἔτρωγαν ψω­μὶ χω­ρὶς προσευχή. Ἐμεῖς, τὴ μπου­κιὰ ἔχουμε στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστη­μᾶμε. Ἐκεῖνος παραθέτει «δεῖπνον μέγα». Αὐ­τὸ μεταφραζόμενο σημαίνει· κάθε μέρα στρώνει τραπέζι σὲ μικροὺς – μεγάλους· κ’ ἐμεῖς δὲ λέμε ἕνα εὐχαριστῶ.
Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ὑπάρχουν τὰ πνευματικὰ ἀγαθά. Τὰ ὑλικὰ κάπως τὰ αἰ­σθανόμεθα· τὰ πνευματικά; Ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις, τὸν πλοῦτο, τὰ με­γαλεῖα, τὴ δόξα καὶ ὅ,τι ἄλλο ἐπίγειο, ἰδέα δὲν ἔ­χουμε γιὰ τὰ πνευματικά ἀγαθά. Σ’ ἕνα μῦθο του ὁ Αἴσωπος λέει, ὅτι ἕνας πετεινὸς σκάλιζε τὸ χῶμα νὰ βρῇ κανένα σκουλήκι. Ἀντὶ σκουλήκι βρῆκε ἕνα διαμάντι, ἀλλὰ τὸ πέ­ταξε, τὸ περι­φρόνησε. Σκουλήκι ἤθελε, δὲν ἤθελε διαμάν­τι. Ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι· σκαλίζουν στὴν ὕλη, καὶ περιφρονοῦν τ’ ἀνεκτίμητα πνευματικὰ ἀγαθά.
⃝ Τέτοιο ἀγαθὸ εἶνε λ.χ. ἡ συγχώρησις τῶν ἁ­μαρτημάτων, ποὺ λαμβάνει ὁ ἄνθρωπος στὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἐσφαγμένου Ἀρνίου, διὰ τῆς θυσίας τοῦ Ἐσταυρωμένου. Μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου εἶνε Ἰορδάνης ποταμός, ποὺ πλένει τ’ ἁμαρτήματα ὅλου τοῦ κόσμου.
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ἡ χαρά, ποὺ δοκιμά­­ζει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἐξομολογηθῇ στὸν πνευ­ματι­κὸ πατέρα τ’ ἁμαρτήματά του εἰλικρινῶς. Ὅπως λέει ὁ Ντοστογιέφσκυ, ὁ προφήτης τῆς ῾Ρωσίας, ἐξωμο­λο­γή­­θηκα, καὶ παράδεισος φύτρωσε στὴν καρδιά μου! Πήγαινε, δοκίμασε, πὲς «Ἥ­­μαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου» (Λουκ. 15,21).
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ἡ προσευχή, ὅταν ἐσύ, τὸ σκουλήκι τῆς γῆς, γονατίζῃς καὶ μὲ τὸν πνευματικὸ αὐτὸ ἀσύρματο ἔρχεσαι σὲ ἐ­πικοινωνία μὲ τὸν οὐρανό. Εἶνε μεγάλη ἡ τι­μὴ νὰ συνομιλῇς μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα.
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ὁ ἐκκλησιασμός, ὅ­ταν ὁ Χριστιανός, ὄχι ἀπὸ κάποια ὑποχρέωσι, ἀλλ’ ἀπὸ ψυχικὴ ἀνάγκη πηγαίνῃ στὴν ἐκ­κλησία καὶ παρακολουθῇ τὴ θεία λειτουργία. «Εὐ­­φράν­θην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμ. 121,1).
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε τὸ φῶς ποὺ δέχεσαι ὅταν ἀκοῦς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ διαβά­ζῃς τὸ Εὐαγγέλιο. «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέ­λι τῷ στόματί μου» (Ψαλμ. 118,103). Τί νὰ τὸ κά­νῃς τὸ ὑ­λικὸ τραπέζι; Καὶ τὰ ζῷα τρῶνε σανὸ καὶ τὰ ὄρνεα κρέατα. Δὲν εἶνε κοράκι ὁ ἄν­θρω­πος, δὲν εἶνε μόνο ὕλη καὶ στομάχι· εἶνε καὶ ψυχή. Πέρα ἀπ’ τὶς ὑλι­κὲς ἀνάγκες ὑπάρχουν ἀνάγ­­κες πνευματικές.
⃝ Ὕψιστο πνευματικὸ ἀγαθὸ ἀπολαμβάνει ὁ πιστὸς ὅταν ἀξίως κοινωνῇ τὰ ἄχραντα μυστήρια, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον.
⃝ Ποιά γλῶσσα τέλος θὰ περιγράψῃ τὰ ἀ­γαθά, ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς κλη­ρονόμους τῆς αἰωνίου βασιλείας του, τὰ ἀγα­θὰ δηλαδὴ τοῦ παραδείσου; Ἂν εἶνε ὡραῖα τὰ ἄνθη, τὰ πουλιά, ἡ γῆ, ὁ ἥλιος…, φαντασθῆ­τε πόσο ὡραιότερος θὰ εἶνε ὁ ἄλλος ἐκεῖ­νος κόσμος, ποὺ ἀρχίζει μετὰ θάνατον. Ἐκεῖ ἀνέβηκε ὁ Παῦλος καὶ «ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. 12,4).

* * *

Ὑλικὰ λοιπὸν καὶ πνευματικὰ ἀγαθά. Αὐτὸ εἶνε τὸ δεῖπνο ποὺ παραθέτει ὁ Θεός. Καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ καλῇ ὅλους μας σ’ αὐτό. Πῶς μᾶς καλεῖ; Μὲ πολλοὺς καὶ ποικίλους τρόπους.
⃝ Πρῶτα-πρῶτα μὲ τὴ φωνὴ τῆς φύσεως. Ἕ­να μήνυμα ἔρχεται ἀπ᾽ ὅλη τὴν πλάσι, μικρὰ καὶ μεγάλα δημιουργήματα· «πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον» (Ψαλμ. 150,6). Βλέπεις τὸν ἥλιο; τί λέει; Μιλάει, μὲ ποιητικὴ γλῶσσα σοῦ λέει· Ἐγὼ εἶμαι μικρὸς ἥλιος, δὲν εἶμαι τίποτα, θὰ σβήσω. Πέρα ἀπὸ μένα ὑπάρχει ἕνας ἄλλος ἥλιος, ἀθάνατος καὶ αἰώνιος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ­ησοῦς Χριστός. Αὐτὸς δὲ θὰ σβήσῃ ποτέ. Εἶ­νε «ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης». Ἔχετε αὐτιά; ἀκοῦστε· «Ἡ γέννησίς σου, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡ­μῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσε­ως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης…» (ἀπολυτ. Χριστουγ.). Βλέπεις τοὺς ποταμούς, τὸν Ἀξιό, τὸν Ἁ­λιά­κμονα; τί λένε; Ἐμεῖς εἴμεθα μικροὶ ποταμοί· ὁ μεγάλος ποταμός, ποὺ ἀρδεύει τὴν ἀνθρωπότητα μὲ νερὸ ἀθάνατο, εἶνε ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Βλέπεις τὸ δέντρο; Κι αὐτὸ μιλάει καὶ σοῦ λέει· Ἐγὼ δίνω καρπό, τὰ φύλλα μου, τὸ ξύλο· ἐσύ, ἄνθρωπε, τί δίνεις; Ὁ Πλάτων εἶπε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε δέντρο ἀλλὰ μὲ ῥίζα στὸν οὐρανὸ καὶ κλαδιὰ στὴ γῆ. Ὅ­πως τὸ δέντρο δίνει καρπούς, ἔτσι κ’ ἐσύ. Τὸ εἶπε ὁ Κύριος· «Πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 7,19). Χριστιανός, ποὺ δὲ θέλει νὰ παρου­σιάσῃ ἔργα ἀγαθά, εἶνε δέντρο ἄκαρπο, γιὰ τσεκούρι καὶ φωτιά. Βλέπεις τὸ πρόβατο; Σὲ διδάσκει καὶ σοῦ λέει· Νὰ εἶσαι ἥμερος, πρᾶ­ος, ταπεινός, ὄχι ἄγριος σὰν τὸ λύκο… Ἀπ’ ὅ­λη τὴ φύσι ἀντηχεῖ ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ καλεῖ. Ὅποιος ἔχει λίγη πίστι τὴν ἀκούει.
⃝ Καλεῖ ὅμως ὁ Θεὸς καὶ μὲ μιὰ ἄλλη φωνή. Αὐτὴ ἔρχεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο σύμπαν, ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ πνευματικοῦ κόσμου τῆς ψυχῆς. Εἶ­νε ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως. Καὶ μόνο αὐτὴ φτάνει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ποιός δὲν τὴν ἄκουσε! Κάνεις τὸ κακό; Ἂς μὴν τὸ ξέ­­ρῃ κανείς· μέσα στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς ἀ­κοῦς τὴ φωνὴ ποὺ ἄκουσε καὶ ὁ Κάϊν· «Κάϊν Κάϊν, ποῦ εἶνε ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. 4,9). Καὶ μόνο ἡ φωνὴ αὐτὴ καταρρίπτει τὸν ὑλισμό· ἀ­ποδεικνύει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἄλλου γένους, οὐ­ρανίου, πλασμένος γιὰ τὸν οὐρανό.
⃝ Μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὶς φωνὲς τῆς φύσεως, μὲ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, μᾶς καλεῖ καὶ μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, ποὺ ἀκούγεται στὴν ἐκκλησία καὶ πολλοὺς ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια. Ὅπου κήρυγμα ἐκεῖ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ ζωή. Γι᾽ αὐτὸ σὲ ὁλοκληρωτικὲς χῶρες ἐπιτρέ­πουν λατρεία ἀλλὰ κήρυγμα ὄχι. Ὅπου ὑπάρχει κήρυγμα, διεγείρονται τὰ αἰσθήματα, δημιουργεῖται γενεὰ φοβουμένων τὸν Κύριον.
⃝ Καλεῖ ὁ Κύριος ἐπίσης διὰ τῆς ἀσθενείας. Ὅταν πέσῃς στὸ κρεβάτι καὶ πονῇς καὶ οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦν νὰ σοῦ προσφέρουν τίποτε, τότε κράζεις· Θεέ μου Θεέ μου!… Πολλοὶ τότε γνώρισαν τὸν Κύριο, στὴν ἀσθένεια.
⃝ Μᾶς καλεῖ ἀκόμη ὁ Κύριος καὶ μὲ τὸ θάνατο. Σὰν μαῦρο κοράκι πετάει κι ἁρπάζει τὸν ἄν­τρα ἢ τὴ γυναῖκα ἢ τὸ παιδί, καὶ τότε ἀκούγεται μιὰ φωνὴ ποὺ τὸν ἄλλο καιρὸ δὲν ἀκουγόταν· «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα μα­ταιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μηδὲν ὁ πλοῦτος, μηδὲν ἡ δόξα, μηδὲν τὰ μεγαλεῖα, μη­δὲν οἱ ἔρωτες, μη­δὲν οἱ γυναῖκες. Ἕνα μόνο ἀξίζει, ἡ αἰωνιότης!
⃝ Καλεῖ κάποτε ὁ Κύριος καὶ μὲ ὁράματα πνευ­ματικά. Ἔτσι κάλεσε τὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο ὅταν εἶδε στὸν οὐρα­νὸ τὸν τίμιο σταυρὸ καὶ τὸ «Ἐν τούτῳ νίκᾳ».

* * *

Μᾶς καλεῖ, ἀγαπητοί μου, ὁ Θεὸς «πολυμε­ρῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1,1). Κ’ ἐμεῖς; Κουφοὶ εἴμαστε καὶ δὲν ἀκοῦμε τὶς τόσες φωνές. Γιατί; Διότι δὲν ἔχουμε κεραία. Καὶ κεραία ποιά εἶ­νε; Εἶνε ἡ ἕκτη αἴσθησις, ἡ πίστις. Κεραῖες γέμισαν τὰ σπίτια, καὶ πιάνουν σταθμούς. Γήϊνα πράγματα, ψευτιές! Πέρα ἀπ’ αὐτὸ τὸν γήϊνο κόσμο, πάρε κεραία καὶ ἐπικοινώνησε μὲ τὸν οὐρανό. Καὶ θὰ δῇς, ὅτι αὐτὸ ποὺ λέω δὲν εἶνε ψέμα· εἶνε ἀλήθεια καὶ πραγματικότης. Ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει ὁ ἥλιος, τόσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει Χριστός· τὸν ὁ­ποῖον, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό της Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος 13-12-1987)

/www.augoustinos-kantiotis.gr