Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Ο Απόστολος Θωμάς και η απιστία του


Τοῦ κ. Στεργίου Ν. Σάκκου, Ὁμοτ. Καθηγητοῦ Α.Π.Θ.
Καθολική η απιστία

«Τη μια των σαββάτων, και των θυρών κεκλεισμένων όπου ήσαν οι μαθηταί συνηγμένοι διά τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον» (Ιω 20,19). Ο Κύριος σ’ αυτή του την εμφάνιση πιστοποιεί στους μαθητές του την Ανάστασή του, συγχρόνως όμως τους οπλίζει μ’ ένα δικαίωμα αναφαίρετο, το δικαίωμα να συγχωρούν τις αμαρτίες των ανθρώπων. Αλλά την ώρα αυτή λείπει από ανάμεσά τους ο Θωμάς. Όταν επιστρέφει, στη συνταρακτική πληροφορία των μαθητών «εωράκαμεν τον Κύριον» παίρνει στάση εντελώς αρνητική. Θέτει ως όρο για να πιστέψει ένα τεκμήριο πολύ ορθολογιστικό· «εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω» (Ίω 20,25). Ο Θωμάς απαιτεί όχι απλώς να δει τις πληγές του Ιησού, αλλά να βάλει και το ίδιο του το δάχτυλο για να ψηλαφήσει τα σημάδια των πληγών του. Και δεν αρκείται μόνο στην αφή του δαχτύλου του, αλλά ζητά ν’ αγγίξει τις πληγές με ολόκληρη την παλάμη του, για να σιγουρευτεί απόλυτα.
Πολλοί ταυτίζουν αυτή την απιστία του Θωμά με την αμαρτωλή απιστία των συγχρόνων άπιστων. Γι’ αυτό, θεωρούν την απιστία του μαθητή ως πτώση του και τον ονομάζουν άπιστο, αποδίδοντας στο χαρακτηρισμό αυτό σαφώς αμαρτωλή σημασία. Μάλιστα διάφορα απόκρυφα της αρχαιότητας ή σύγχρονα λογοτεχνικά έργα παρουσιάζουν το Θωμά να κλαίει, μετανιωμένος για την απιστία του.
Όλα αυτά, βέβαια, είναι παρανοήσεις ανθρώπων oι οποίοι ούτε το βαθύτερο νόημα αυτής της απιστίας αντιλήφθηκαν καλά ούτε και τις λεπτομέρειες της Αναστάσεως κατανόησαν. Διότι το πνεύμα των ευαγγελιστών είναι ότι όλοι οι μαθητές και οι μαθήτριες του Χριστού ήταν άπιστοι απέναντι στην Ανάσταση. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τα παρακάτω περιστατικά:
•Πριν ακόμη σταυρωθεί ο Κύριος, ορίζει μελλοντική συνάντηση με τους μαθητές του· «μετά το εγερθήναί με προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν» (Μαρκ. 14,28). Επίσης, ο άγγελος του μνήματος και ο αναστημένος Κύριος παραγγέλλουν με τις μυροφόρες στους μαθητές «ίνα απέλθωσιν εις την Γαλιλαίαν» (Ματθ. 28,10). Αλλά οι μαθητές δεν τις πιστεύουν και δεν εκτελούν την πρόσκληση. Έτσι ο Ιησούς αναγκάζεται να τους συναντήσει εκεί που τους είχε αφήσει πριν από τη σύλληψή του, στα Ιεροσόλυμα. Κι όταν οι απόστολοι πληροφορούνται από τη Μαρία τη Μαγδαληνή, την Ιωάννα, τη Μαρία τη μητέρα του Ιακώβου κι από τις άλλες μυροφόρες ότι είδαν τον Κύριο αναστημένο, «εφάνησαν ενώπιον αυτών ωσεί λήρος το ρήματα αυτών, και ηπίστουν αυταίς» (Λουκ. 24,11).
•Άπιστοι αποδεικνύονται και οι δύο μαθητές που πορεύονταν προς Εμμαούς. Ύστερα από τόσες ειδήσεις που άκουσαν για την Ανάσταση, περίλυποι εγκαταλείπουν τη συντροφιά τους και απελπισμένοι πλέον ομολογούν στον άγνωστο συνοδοιπόρο τους- «ημείς δε ηλπίζομεν ότι αυτός έστιν ο μέλλων λυτρούσθαι τον Ισραήλ» (Λουκ. 24,21). Ελπίζαμε· τώρα όχι, διότι όλες οι ελπίδες μας διαψεύστηκαν.
•Την ίδια νοοτροπία συναντούμε και στις μυροφόρες. Παρά τις προρρήσεις του Ιησού ότι «τη τρίτη ημέρα αναστήσεται» (Ματθ. 20,19), έρχονται στο μνήμα με μύρα, πρωί-πρωί, για να εκτελέσουν τα νεκρικά έθιμα της εποχής τους.
Ώστε απολύτως κανείς από τους μαθητές, ούτε γυναίκα ούτε άνδρας, δεν πιστεύει στην ανάσταση του Χριστού πριν να τον δει ο ίδιος προσωπικά αναστημένο. Κι ούτε κανείς δίνει βαρύτητα στις βεβαιώσεις των άλλων, ότι είδαν τον αναστάντα Κύριο. Αλλά και κανείς δεν αμφέβαλε ποτέ για την Ανάσταση μετά από την προσωπική συνάντησή του με τον αναστημένο Ιησού. Όλο αυτό έγινε για να είναι αιώνια μαρτυρία ότι η Ανάσταση είναι γεγονός αληθινό και ιστορικό. Σε κανέναν μαθητή αυτή η απιστία δεν έχει κάτι αμαρτωλό και δεν έχει καμιά σχέση με τη συνηθισμένη απιστία των ανθρώπων στα θεία. Όποιος μαθητής κι αν ήταν θα έδειχνε την απιστία του Θωμά, αν βρισκόταν στη θέση του. Επιπλέον η πίστη του Θωμά μετά από την αυτοψία δεν έχει καμιά σχέση με τη μετάνοια του αμαρτωλού. Απλώς πείστηκε, όπως κι οι άλλοι μαθητές όταν είδαν τον Κύριο ζωντανό ανάμεσά τους.
Η ομολογία του Θωμά
Μετά από οκτώ ήμερες, πάλι την πρώτη ημέρα της εβδομάδος, δηλαδή την Κυριακή, ο Ιησούς εμφανίστηκε και χαιρέτησε τους μαθητές του με τον ίδιο τρόπο. Και αμέσως, σαν να ήταν ενημερωμένος για τις αντιρρήσεις του Θωμά, απευθύνεται προς αυτόν «φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός» (Ιωαν. 20,27). Η τελευταία έκφραση σημαίνει· «και μην εξακολουθείς να απιστείς, αλλά πίστευε», ή «και βάλε τέρμα στην αμφιβολία σου». Ασφαλώς ο Θωμάς πίστεψε, μόλις είδε τον Ιησού. Αλλά ο Ιησούς του επέβαλε να κάνει, παρά τη θέλησή του, κι εκείνα που ο ίδιος ο Θωμάς έθετε ως όρο για να πιστέψει. Αυτό εκφράζουν τα ρήματα «φέρε» και «βάλε».
Και καθώς είναι απόλυτα πεπεισμένος πλέον, αναφωνεί· «ο Κύριος μου και ο Θεός μου». Η ονομαστική εδώ εκλαμβάνεται ως κλητική. Έτσι συνήθως συμβαίνει στα αγιογραφικά κείμενα που εβραΐζουν. Στην αποκαλυπτική ομολογία του Θωμά ο Ιησούς απαντά· «ότι εώρακάς με, πεπίστευκας· μακά­ριοι οι μη ιδόντες και πιστεύοαντες» (Ιωαν. 20,29). Το ότι είναι μακάριοι «οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες», δεν μειώνει καθόλου την πίστη των ένδεκα μαθητών και όλων των άλλων που υπήρξαν αυτόπτες της Αναστάσεως. Διότι οι αυτόπτες ούτε για την πίστη τους στην Ανάσταση είναι αξιέπαινοι ούτε για την απιστία τους αξιοκατάκριτοι. Ούτε η απιστία τους εκείνη είναι αμαρτία ούτε η πίστη τους θεωρείται σπουδαίο πράγμα. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία εδώ η πνευματική αξία του καθενός. Τώρα προέχει να θεμελιωθεί η αλήθεια της χριστιανικής πίστεως, της οποίας κέντρο είναι η Ανάσταση. Και το παράδοξο είναι ότι ο Χριστός πρώτα θεμελιώνει την αλήθεια αυτή ιστορικά κι έπειτα πνευματικά, αδιαφορώντας τελείως μήπως τυχόν μειωθεί το πρόσωπο των μαθητών του. Έχει στόχο του να εδραιώσει τα θεμέλια της Αναστάσεώς του ιστορικά και ας απαιτείται γι’ αυτό, ως πάρα πολύ χρήσιμο υλικό, η απιστία των μαθητών και η στενότητα της αντιλήψεώς τους.
Εφόσον, λοιπόν, η Ανάσταση είναι γεγονός αληθινό, θα ήταν πολύ ωραίο για τους μαθητές να πιστεύσουν από την αρχή σ’ αυτή. Σύμφωνα με τις προρρήσεις του Ιησού ότι «ο υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί εκεί στους αρχιερείς και τους γραμματείς και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο….και την τρίτη μέρα θ’ αναστηθεί» (Ματθ. 20,18-19), δεν έπρεπε οι μαθητές καθόλου να σκανδαλισθούν από το θάνατό του, ούτε να φοβηθούν, άλλα να τρέξουν στη Γαλιλαία και να περιμένουν τον Ιησού αναστημένο. Μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν μνημείο πίστεως, θά θύμιζε την πίστη του γενάρχη τους Αβραάμ και ουσιαστικά δεν θα έθιγε την αλήθεια της Αναστάσεως. Όμως ο Κύριος χρειαζόταν ιστορικά θεμέλια για την απιστία των ανθρώπων του μέλλοντος, γι’ αυτό του ήταν απαραίτητη όλη εκείνη η αθλιότητα των μαθητών, που κορυφώθηκε από τη στιγμή που έμαθαν ότι ο τάφος του Χριστού είναι άδειος. Φυσικά αυτή η άθλια εικόνα, που παρουσιάζουν οι μαθητές απέναντι στο γεγονός της Αναστάσεως, τους μειώνει στη συνείδηση κάποιου που δεν μπορεί να εμβαθύνει στα πράγματα. Ο Ιησούς όμως φροντίζει πρώτα να θεμελιώσει την αλήθεια για την έγερσή του και έπειτα να διορθώσει τους ανθρώπους του. Η πνευματική προκοπή των προσώπων εξαρτάται πάντοτε από τη γενική θεμελίωση και προκοπή της Εκκλησίας. Πολλά και μεγάλα διδάγματα βγαίνουν από την τακτική αυτή του Ιησού.
Η ομολογία του Θωμά «ο Κύριος μου και ο Θεός μου» είναι από τις μεγαλύτερες αποδείξεις της θεότητας του Χριστού. Η ονομασία «ο Κύριος μου και ο Θεός μου» στην Παλαιά Διαθήκη αποδίδεται στον Γιαχβέ. Αλλά στη Καινή Διαθήκη ο Χριστός είναι ο Γιαχβέ και η Ανάσταση η ισχυρότερη απόδειξη αυτής της αλήθειας. Γι’ αυτό ο Θωμάς μόλις είδε ζωντανό το Χριστό, με την αναφώνησή του τον ταυτίζει με τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης.
Ο Χριστός κι άλλες φορές εμφανίζεται αναστημένος «τη μια των σαββάτων». Κι αυτή τη μέρα αποφασίζει να στείλει το άγιο Πνεύμα στους αποστόλους του. Έμμεσα τους δηλώνει πως αυτή η μέρα είναι δική του, την έχει σφραγίσει για τον εαυτό του και του ανήκει ολόκληρη. Από την ιστορική συνέχεια φαίνεται πως οι μαθητές αυτό το πρόγραμμα του Κυρίου το αντιλαμβάνονται σωστά. Διότι αυτή τη μέρα ορίζουν ως ημέρα αργίας και λατρείας, ημέρα εκκλησιασμού και κλάσεως του άρτου και την ονομάζουν Κυριακή. Έτσι καινή διαθήκη, καινή ζωή, καινή πίστη, καινό πάσχα, καινή εντολή, καινό σαββατισμό έχουμε κατά την πρώτη και όχι την τελευταία ημέρα της εβδομάδας. Τερματίζεται πλέον η μωσαϊκή θρησκεία και εγκαινιάζεται η χριστιανική πίστη.
(Από το βιβλίο του κ. Στεργ.Ν.Σάκκου, «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος»)
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://aktines.blogspot.com/