Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: Πέμπτη εκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων . Μέρος Δ'


 71. Τους άλλους δαίμονες, αφού ο ασκητής τους νικήσει ίσως γρηγορότερα, αποφεύγει τη βλάβη που προέρχεται από αυτούς. Εκείνους όμως τους δαίμονες που φαίνονται ότι συνεργάζονται στο δρόμο της αρετής και ότι θέλουν να κτίζουν μαζί του και αυτόν το ναό του Κυρίου, ποιος άραγε νούς από τους πολύ υψηλούς μπορεί να τους καταλάβει, χωρίς το λόγο που είναι ζωντανός και δραστικός και εισχωρεί βαθιά ως το σημείο να διαχωρίζει την ψυχή από το πνεύμα(Εβρ. 4, 12-13), δηλαδή να διακρίνει ποια έργα και ποιά νοήματα είναι ψυχικά, δηλαδή φυσικές εκδηλώσεις και κινήσεις της αρετής, και ποιά είναι πνευματικά, δηλαδή είναι υπέρ φύση και αποτελούν γνωρίσματα του Θεού, δίνονται όμως στην ανθρώπινη φύση κατά χάρη από το Θεό; Ο Λόγος μπορεί ν' αναγνωρίζει αν οι αρθρώσεις και οι μυελοί, δηλαδή οι πνευματικοί λόγοι και οι τρόποι της αρετής, είναι συνταιριασμένοι αρμονικά ή όχι αρμονικά· και διακρίνει τις ενθυμήσεις και τις έννοιες των καρδιών, δηλαδή τις αφανείς μέσα στο βάθος σχέσεις με όσα αναφέρθηκαν, και τις αόρατες αιτίες τους μέσα στην ψυχή. Για τον Λόγο δεν υπάρχει κάτι κρυφό μέσα μας, που νομίζομε ότι του διαφεύγομε· είναι όλα ανεξαιρέτως φανερά, και όσα πράξαμε και όσα σκεφτήκαμε, ακόμη κι εκείνα που θα πράξομε και θα σκεφτούμε.
72. Διαχωρισμό της ψυχής από το πνεύμα εννοεί τη διαφορά της προελεύσεως των αρετών είναι εκείνες των οποίων τους λόγους έχομε εκ φύσεως μέσα μας, και εκείνες που δίνει το πνεύμα, των οποίων δεχόμαστε δωρεάν τη χάρη. Αυτές, κρίνοντάς τις, τις διαστέλλει καθαρά ο Λόγος.

73. Ενθυμήσεις και έννοιες τις οποίες διακρίνει ο Λόγος, λέει ότι είναι οι σχέσεις τις ψυχής προς τους θείους λόγους και λογισμούς, και οι αιτίες αυτών των σχέσεων. Γιατί η ενθύμηση κινεί τη μνήμη, στοιχείο της οποίας είναι η σχέση· ενώ η έννοια αποβλέπει στο τέρμα, το οποίο χαρακτηρίζει ως αιτία.
74. Αν ο Θεός ουσιαστικά είναι γνώση, και πριν από κάθε γνώση προηγείται νους, στον οποίο και υπόκειται αυτή εκ φύσεως, άρα ο Θεός είναι πάνω από τη γνώση, γιατί και από κάθε νου —στον οποίο υπόκειται εκ φύσεως οποιαδήποτε γνώση— είναι ανώτερος υπεράπειρες φορές.
75. Ποιος άραγε είναι εκείνος ο οποίος, αν δεν έχει ένοικο το θείο λόγο στο βάθος της καρδιάς του, θα μπορέσει να αποφύγει τις κρυφές πανουργίες της υποκρισίας των δαιμόνων εναντίον μας; Πώς θα μπορέσει να σταθεί ολομόναχος με τον εαυτό του, χωρίς καμιά σχέση με αυτούς, και να οικοδομήσει το ναό του Κυρίου, όπως ο μέγας Ζοροβάβελ και ο Ιησούς και οι άρχοντες των φυλών, που φώναζαν ξεκάθαρα και με μεγάλη φωνή στους απατεώνες δαίμονες της υπερηφάνειας και της κενοδοξίας και της ανθρωπαρέσκειας και της υποκρισίας: «Δεν θα οικοδομήσομε εμείς και σεις από κοινου το ναό στον Κύριο το Θεό μας· εμείς μόνοι μας θα οικοδομήσομε στον Κύριο του Ισραήλ»; Γιατί πρέπει να ξέρει ότι η σχέση με αυτούς επιφέρει την καταστροφή και τον αφανισμό όλης της οικοδομής και σωριάζει κάτω όλη τη χάρη της ευπρέπειας των θείων αφιερωμάτων.
76. Κανένας δεν μπορεί, αν έχει κάποιον από τους δαίμονες που είπαμε ως συνεργάτη στην αρετή, να οικοδομήσει ναό στον Κύριο. Γιατί δεν έχει σαν σκοπό των έργων του το Θεό, στον Οποίο ατενίζοντας τη φέρνει σε πέρας, αλλά το πάθος που μέσω αυτής προκαλεί.

77. Οι δαίμονες που μας πολεμούν με την έλλειψη, είναι αυτοί που διδάσκουν την πορνεία, τη μέθη, τη φιλαργυρία και το φθόνο. Εκείνοι που μας πολεμούν με την υπερβολή, είναι εκείνοι που διδάσκουν την οίηση, την κενοδοξία και την υπερηφάνεια, και μέσω των δεξιών μας παραδίνουν κρυφά στα αριστερά.
78. Στα πονηρά πνεύματα, τα οποία μας προσβάλλουν αοράτως με πλαστή πνευματική φιλία και κρυφά θέλουν να μας προκαλέσουν διά μέσου του αγαθού το θάνατο της αμαρτίας, και γι' αυτό μας λένε: «ας οικοδομήσομε μαζί σας το ναό του Κυρίου σας», μακάρι εμείς να απαντούσαμε πάντοτε: «Δε θα οικοδομήσομε εμείς και σεις από κοινού το ναό στον Κύριο το Θεό μας· εμείς μόνοι μας θα οικοδομήσομε στον Κύριο του Ισραήλ». Εμείς μόνοι μας, γιατί αφού ελευθερωθήκαμε και ξεφύγαμε από τα πονηρά πνεύματα που μας πολεμούν με την έλλειψη της αρετής, δεν θέλομε φουσκώνοντας με τις υπερβολές μας να ξαναπιαστούμε και να πέσομε μια πτώση πολύ χειρότερη από την πρώτη. Στην πρώτη είχαμε εύκολη ελπίδα επιστροφής μας, αφού συγχωρεθούμε λόγω της αδυναμίας μας· στη δεύτερη όμως, ή δεν έχομε καθόλου ελπίδα, ή θα είναι δύσκολη, γιατί γινόμαστε μισητοί με την υπερηφάνειά μας και προσπαθώντας από το δεξιό να κάνομε κάτι ακόμη δεξιότερο. Και πάλι όμως δεν είμαστε μόνοι μας· έχομε τους αγίους αγγέλους βοηθούς στο καλό, ή μάλλον τον ίδιο το Θεό, που μας φανερώνει τον εαυτό Του με τα έργα της δικαιοσύνης και οικοδομεί εμάς ναό άγιο για τον εαυτό Του, ελεύθερο από κάθε πάθος.
79. Όρος της αρετής είναι η κατ' επίγνωση ένωση της ανθρώπινης ασθένειας με τη θεία δύναμη. Εκείνος λοιπόν που περιορίζει τον εαυτό του στην ασθένεια της φύσεώς του, δεν έφτασε στον όρο της αρετής και γι' αυτό πέφτει σε αμαρτίες, αφού δεν έλαβε τη δύναμη που ενισχύει την ασθένεια της φύσεως. Εκείνος πάλι που αντί για τη θεία δύναμη παρουσιάζει με αυθάδεια την ασθένειά του σαν δύναμη, αυτός προσπέρασε τον όρο της αρετής και γι' αυτό δε συναισθάνεται ότι αμαρτάνει, αφού το κατώτερο το έκανε γι' αυτόν ανώτερο. Γιατί νομίζει αρετή το αμάρτημα. Συγχωρείται λοιπόν πιο πολύ εκείνος που περιόρισε τον εαυτό του μέσα στην ανθρώπινη ασθένεια και από αμέλειά του ξέπεσε από την αρετή, παρά εκείνος που αντί για τη θεία δύναμη προβάλλει τη δική του ασθένεια σαν δύναμη για την εκτέλεση όσων πρέπει να γίνουν, κι έτσι προκάλεσε την έκπτωσή του από την αρετή μάλλον από αυθάδεια.
80. Επειδή έχει γραφεί: «Η δέηση του δικαίου, όταν ενεργοποιείται, έχει μεγάλη δύναμη»(Ιακ. 5, 16), γνωρίζω ότι αυτή ενεργοποιείται κατά δύο τρόπους. Ο ένας τρόπος είναι όταν εκείνος που έρχεται στο Θεό προσφέρει τη δέηση μαζί με τα έργα των εντολών, ώστε να μην ξεπέφτει η δέηση με κούφιο λόγο μόνο και αδειανό ήχο της φωνής και να μένει άπραγη και ανυπόστατη, αλλά να εμψυχώνεται και να γίνεται ενεργός και ζωντανή με τα έργα των θείων εντολών. Γιατί υπόσταση της προσευχής και της δεήσεως είναι ολοφάνερα η εκπλήρωση των εντολών με τις αρετές· τότε η δέηση του δικαίου είναι ισχυρή και κατορθώνει τα πάντα, καθώς ενεργοποιείται με τις εντολές. Ο άλλος τρόπος είναι όταν εκείνος που έχει ανάγκη από την προσευχή του δικαίου, πράττει τα έργα της προσευχής, διορθώνοντας τον προηγούμενο βίο του και κάνοντας ισχυρή τη δέηση του δικαίου, καθώς θα την δυναμώνει με την καλή πολιτεία του.
81. Κανένα όφελος δεν έχει από τη δέηση του δικαίου εκείνος που έχει την ανάγκη της, εφόσον ευχαριστείται περισσότερο στα αμαρτήματα παρά στις αρετές. Γιατί και ο μέγας Σαμουήλ λυπόταν για τον Σαούλ που αμάρτανε, αλλά δεν μπόρεσε να εξιλεώσει το Θεό, καθώς δεν είχε σύμμαχο της λύπης του την πρέπουσα διόρθωση του Σαούλ. Γι' αυτό ο Θεός σταματώντας το δούλο Του από το [ανώφελο] αυτό πένθος, του είπε: «Ως πότε θα πενθείς για τον Σαούλ; Εγώ τον έκρινα ανάξιο να βασιλεύει πλέον στον Ισραήλ»(Α' Βασ. 15, 35· 16, 1).

82. Και πάλι ο συμπαθέστατος Ιερεμίας δεν εισακούεται, όταν προσεύχεται για χάρη του λαού των Ιουδαίων που έμενε στην πλάνη των δαιμόνων· δεν ενίσχυε την προσευχή του η επιστροφή των άθεων Ιουδαίων από την πλάνη τους. Γι' αυτό και ο Θεός τον εμπόδισε να προσεύχεται μάταια και του είπε: «μην προσεύχεσαι γι' αυτό το λαό και μην απαιτείς από εμένα να τον ελεήσω· μην προσεύχεσαι και μην έρθεις άλλο σ' έμενα για χάρη τους, γιατί δε θα σε ακούσω»(Ιερ. 7, 16).
83. Είναι πράγματι πολύ μεγάλη ανοησία, για να μην πω παραφροσύνη, να ζητεί τη σωτηρία του μέσω της προσευχής των δικαίων, εκείνος που αισθάνεται ευχαρίστηση μέσα του με τους λογισμούς και τις επιθυμίες του, και να ζητεί συγχώρηση για εκείνα που καυχιέται ενώ μολύνεται κάνοντάς τα θεληματικά. Εκείνος που έχει ανάγκη από τη δέηση του δικαίου, πρέπει να μην την αφήνει να γίνεται ανενεργός και ακίνητη, αν πράγματι μισεί τα πονηρά, αλλά να την κάνει ενεργό και ισχυρή και να της δίνει φτερά με τις αρετές του, ώστε να φτάνει σ' Εκείνον που μπορεί να δώσει τη συγχώρηση των αμαρτιών.
84. Έχει μεγάλη δύναμη η δέηση του δικαίου που ενεργοποιείται είτε από τον δίκαιο που την κάνει, είτε από κείνον που ζητά από τον δίκαιο να την κάνει. Όταν ενεργοποιείται από τον δίκαιο, δίνει σ' αυτόν παρρησία ενώπιον Εκείνου που μπορεί να εκπληρώσει τα αιτήματα των δικαίων. Κι όταν από κείνον που τη ζητεί από το δίκαιο, τον απομακρύνει από την πρωτυτερινή του κακία και μεταβάλλει προς την αρετή την προαίρεσή του.
85. Ο Απόστολος είπε: «Γι' αυτό να χαίρεστε, έστω και αν χρειαστεί να λυπηθείτε τώρα λίγο με διάφορους πειρασμούς»(Α΄ Πέτρ. 1, 6). Πώς γίνεται να λυπάται κανείς λόγω πειρασμών και να μπορεί να χαίρεται για κείνο που λυπάται;
86. (Απόκριση.) Ο λόγος της αλήθειας θεωρεί ότι η λύπη είναι δύο ειδών. Η μία δημιουργείται μέσα στην ψυχή χωρίς να φαίνεται, ενώ η άλλη στην αίσθηση και είναι φανερή. Η πρώτη περιλαμβάνει όλο το βάθος της ψυχής που το δέρνει η συνείδηση με το μαστίγιό της· η δεύτερη περιορίζει όλη την αίσθηση που από το βάρος των οδυνηρών μαζεύεται από το φυσικό της άπλωμα. Η πρώτη είναι το τέλος της ηδονής της αισθήσεως, ενώ η άλλη είναι το τέλος της ψυχικής χαράς· ή μάλλον η μία είναι αποτέλεσμα των προαιρετικών παθών της αισθήσεως, ενώ η άλλη, των αθέλητων παθημάτων που δοκιμάζει η αίσθηση.
87. Λύπη κατά τη γνώμη μου είναι μια κατάσταση στερημένη από ηδονές. Τη στέρηση των ηδονών την προξενεί η επιφορά των πόνων. Πόνος είναι καθαρά η έλλειψη ή η υποχώρηση μιας φυσικής έξεως. Έλλειψη της φυσικής έξεως είναι πάθος της δυνάμεως που αποτελεί το φυσικό υπόβαθρο της έξεως. Το πάθος της δυνάμεως που έχει κατά φύση η έξη είναι ο τρόπος της φυσικής ενέργειας κατά την κακή χρήση του. Κακή χρήση του τρόπου ενέργειας είναι η κίνηση της δυνάμεως προς το αφύσικο και κατώτερο.
88. Η λύπη της ψυχής είναι το τέλος της ηδονής της αισθήσεως, γιατί από την ηδονή γίνεται η λύπη της ψυχής· όπως και της ψυχικής ηδονής τέλος είναι η κατά σάρκα λύπη, γιατί η ευφροσύνη της ψυχής γίνεται λύπη της σάρκας.
89. Η λύπη είναι δύο ειδών. Η μία είναι η λύπη της αισθήσεως που δημιουργείται κατά τη στέρηση των σωματικών ηδονών, ενώ η άλλη είναι του νου και συμβαίνει από στέρηση των αγαθών της ψυχής. Δύο ειδών είναι και οι πειρασμοί· άλλοι θεληματικοί, άλλοι αθέλητοι. Οι θεληματικοί είναι πατέρες της σωματικής ηδονής και γεννήτορες της ψυχικής λύπης. Γιατί μόνο η αμαρτία όταν διαπραχθεί, λυπεί την ψυχή. Οι αθέλητοι, οι οποίοι φανερώνονται στους απροαίρετους πόνους, είναι πατέρες της ψυχικής ηδονής και γεννήτορες της σωματικής λύπης της αισθήσεως.
90. Ο λόγος της αλήθειας, όπως θεωρεί ότι η λύπη είναι δύο ειδών, καθώς είπα, έτσι γνωρίζει ότι οι πειρασμοί εκδηλώνονται με δύο τρόπους. Ο ένας είναι σύμφωνος με τη γνώμη μας· ο άλλος αντίθετος μ' αυτή. Ο πρώτος τρόπος είναι δημιουργός των θεληματικών ηδονών, ο δεύτερος επιφέρει αθέλητους πόνους. Γιατί ο πειρασμός που είναι σύμφωνος με τη γνώμη μας δημιουργεί σαφώς τις κατά προαίρεση θεληματικές ηδονές, ενώ ο πειρασμός που έρχεται παρά τη γνώμη μας προκαλεί, όπως είναι φανερό, τους αθέλητους πόνους που δε συμφωνούν με την προαίρεσή μας. Ο πρώτος τρόπος είναι αίτιος της ψυχικής λύπης, ο δεύτερος της λύπης της αισθήσεως.
91. Ο πειρασμός που συμφωνεί με τη γνώμη του ανθρώπου, προκαλεί την ψυχική λύπη και σαφώς δημιουργεί την ηδονή της αισθήσεως. Ο πειρασμός που δε συμφωνεί με τη γνώμη του ανθρώπου, δημιουργεί την ψυχική ηδονή και τη λύπη της σάρκας.
92. Νομίζω ότι ο Κύριος και Θεός μας, όταν δίδασκε τους μαθητές Του πώς πρέπει να προσεύχονται, τους συμβούλεψε να εύχονται να αποφύγουν το είδος των πειρασμών που είναι σύμφωνοι με τη γνώμη μας, λέγοντας: «Και μη μας βάλεις σε πειρασμό»(Ματθ. 6, 13). Δηλαδή να προσεύχονται να μην εγκαταλειφθούν και δοκιμάσουν τους ηδονικούς και σύμφωνους με τη γνώμη μας και θεληματικούς πειρασμούς. Και ο μέγας Ιάκωβος, ο λεγόμενος αδελφός του Κυρίου, διδάσκοντας να μη διστάζουν μπροστά στο είδος των αθέλητων πειρασμών όσοι αγωνίζονται για χάρη της αλήθειας, λέει: «Θεωρήστε σαν την πιο μεγάλη χαρά, αδελφοί μου, το να πέσετε σε διάφορους πειρασμούς»(Ιακ. 1, 2-4)· δηλαδή σε πειρασμούς αθέλητους και παρά τη γνώμη μας, που φέρνουν πόνο. Αυτά τα φανερώνουν σαφώς, καθώς συμπληρώνουν, ο μεν Κύριος: «Αλλά γλύτωσέ μας από τον πονηρό», ο δε μέγας Ιάκωβος: «Γνωρίζοντας ότι η δοκιμασία της πίστεώς σας δημιουργεί υπομονή· και η υπομονή σας ας τελειοποιηθεί, για να είστε τέλειοι και ολοκληρωμένοι, χωρίς να σας λείπει τίποτε».
93. Ο Κύριος μας διδάσκει να προσευχόμαστε να αποφύγομε τους θεληματικούς πειρασμούς, γιατί προκαλούν ηδονή στη σάρκα και οδύνη στην ψυχή. Ο μέγας Ιάκωβος μας συμβουλεύει να χαιρόμαστε στους αθέλητους πειρασμούς, γιατί αφαιρούν την ηδονή της σάρκας και την οδύνη της ψυχής.
94. Τέλειος είναι εκείνος που πολεμά με την εγκράτεια τους θεληματικούς πειρασμούς και εγκαρτερεί με υπομονή στους αθέλητους. Ολοκληρωμένος είναι εκείνος που και την πράξη κατορθώνει με γνώση, αλλά και τη θεωρία όχι αποκομμένη από την πράξη.
95. Αφού η λύπη και η ηδονή μοιράζονται στην ψυχή και στην αίσθηση, εκείνος που φροντίζει για την ηδονή της ψυχής και υποφέρει με υπομονή τη λύπη της αισθήσεως, γίνεται δόκιμος και τέλειος και ολοκληρωμένος. Δόκιμος, γιατί απόκτησε την πείρα εκείνων που είναι αντίθετα κατά την αίσθηση. Τέλειος, γιατί πολεμά ανυποχώρητα εναντίον της λύπης και της ηδονής της αισθήσεως με την εγκράτεια και την υπομονή. Ολοκληρωμένος, γιατί φυλάει αλώβητες μέσα στη σταθερότητα της λογικής ταυτότητάς τους τις έξεις που πολεμούν τις αλληλομαχόμενες διαθέσεις της αισθήσεως. Έξεις εννοώ την πράξη και τη θεωρία, τις οποίες κρατά δεμένες μαζί κι αχώριστες τη μία από την άλλη· η πράξη να προβάλλει με τα έργα τη γνώση της θεωρίας, και η θεωρία να είναι θωρακισμένη με την αρετή όχι λιγώτερο από το λόγο.
96. Εκείνος που έλαβε πείρα της λύπης και της ηδονής του σώματος, θα μπορούσε να ονομαστεί δοκιμασμένος, γιατί έλαβε πείρα των ευχάριστων και δυσάρεστων καταστάσεων που αναφέρονται στη σάρκα. Τέλειος είναι εκείνος που κατανίκησε την ηδονή και την οδύνη της σάρκας με τη δύναμη του λογικού. Και ολοκληρωμένος είναι εκείνος που διατήρησε αμετάβλητες με τη σφοδρότητα του θείου πόθου τις έξεις της πράξεως και της θεωρίας.
97. Η ψυχική λύπη είναι δύο ειδών. Η μία είναι για τα δικά μας αμαρτήματα, η άλλη για τα αμαρτήματα των άλλων. Αιτία της λύπης αυτής είναι σαφώς η ηδονή της αισθήσεως είτε αυτού που λυπάται, είτε εκείνων για τους οποίους λυπάται. Για να ακριβολογήσομε, δεν υπάρχει σχεδόν καμία αμαρτία στους ανθρώπους που δεν έχει ως αρχή της δημιουργίας της μια αλόγιστη σχέση της ψυχής με την αίσθηση για χάρη της ηδονής. Αιτία της ψυχικής ηδονής είναι φανερά η λύπη κατά την αίσθηση εκείνου που ευχαριστείται και χαίρεται για τις δικές του ή τις ξένες αρετές. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει σχεδόν αρετή στους ανθρώπους που δεν έχει ως αρχή της δημιουργίας της μια λογική αποστροφή της ψυχής προς την αίσθηση.
98. Χωρίς την εμπαθή σχέση της ψυχής με την αίσθηση, δεν υπάρχει στους ανθρώπους διόλου αμαρτία. Και σε κάθε ψυχική λύπη, προηγείται σαρκική ηδονή.
99. Αληθινή γένεση αρετής είναι η εκούσια αποξένωση της ψυχής από τη σάρκα. Ευφραίνει πνευματικά την ψυχή εκείνος που δαμάζει τη σάρκα του με τους θεληματικούς κόπους.
100. Όταν η ψυχή αποκτήσει για χάρη της αρετής αποστροφή προς την αίσθηση, τότε η αίσθηση θα βρεθεί κατ' ανάγκην μέσα σε πόνους, γιατί δεν έχει πια δεμένη μαζί της με εκούσια σχέση την ψυχική δύναμη που νοεί τις ηδονές. Αντιθέτως, αποκρούει με ανδρεία την εξέγερση των ηδονών με την εγκράτεια, με την υπομονή μένει τελείως άκαμπτη στην επίθεση των παρά φύση και αθέλητων πόνων, δεν απομακρύνεται διόλου από τη θεοπρεπή αξία και δόξα της αρετής για χάρη ανυπόστατης ηδονής, και δεν πέφτει διόλου από το ύψος των αρετών από φροντίδα για τη σάρκα, για να την ανακουφίσει από τους πόνους εξαιτίας της αισθήσεως που υποφέρει. Αιτία της λύπης της αισθήσεως είναι η αποκλειστική ασχολία της ψυχής με όσα είναι σύμφωνα με τη φύση της. Την ηδονή της αισθήσεως τη θεμελιώνει φανερά η παρά φύση ενέργεια της ψυχής, και δεν μπορεί να έχει άλλη αρχή υπάρξεως, παρά την αποβολή όσων είναι σύμφωνα με τη φύση της ψυχή

 filokaliakainipsis.blogspot.com