Blogger templates

«Τον δε φόβον ημών ου μη φοβηθώμεν ουδ' ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ' ημών ο Θεός»

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Μοναχός Μωυσής, Ο Χριστός, ο Λάζαρος και ο σταυρός



Γράφει ο Μονάχος Μωυσής, Αγιορείτης
Η πριν μία εβδομάδα από το εβραϊκό Πάσχα ανάσταση του φίλου του Χριστού Λαζάρου στα Ιεροσόλυμα, όπου είχε συγκεντρωθεί πλήθος εορταστών, μεγάλωσε οπωσδήποτε τη δημοτικότητα του Ιησού.
Δεν την προκάλεσε, δεν τον ενδιέφερε και δεν είχε καμία διάθεση αυτοδιαφημίσεως και αυτοπροβολής. Ποτέ δεν θέλησε να δημιουργήσει θόρυβο γύρω από το πρόσωπό Του. Δεν ήθελε οπαδούς επευφημούντες και χειροκροτούντες. Παρόλα αυτά, οι γραμματείς, οι φαρισαίοι και οι αρχιερείς των Ιουδαίων ανησυχούν σοβαρά.
Ο νεκρός σωματικά Λάζαρος με μια κουβέντα του Κυρίου βγήκε από το μνήμα. Οι νεκροί πνευματικά πολύ δύσκολα εγείρονται... Όλοι οι νεκροί πνευματικά θεωρούσαν επικίνδυνη την παρουσία του Χριστού πλησίον τους. Φοβόνταν μην ξεσκεπασθούν, φανερωθούν και εκτεθούν. Συνεδριάζουν για την εξόντωσή του με κάθε τρόπο. Να μην τους ενοχλεί πλέον ο θαυματοποιός αυτός λαοπλάνος, που τους χαλά τα σχέδια και απομακρύνει τον λαό από κοντά τους, ενσπείροντας ζιζάνια για το κύρος και την αυθεντία τους. Ήθελαν να εξοντώσουν και τον Λάζαρο. Να λησμονηθεί το θαύμα. Δεν είναι όμως τόσο εύκολο κάτι τέτοιο.

Μερικοί νομίζουν πως νίκησαν τον θαυματοδότη και θαυματοβρύτη Χριστό. Οι πιστοί όμως μένουν να διαλαλούν τα θαύματα που τέλεσε Εκείνος στη ζωή τους. Τον υποδέχονται μετά βαΐων και δυνατών «ωσαννά». Διαλαλούν ασταμάτητα τα θαυμαστά στη ζωή τους. Γίνονται κάποτε πώλος για να καθίσει πάνω τους ο «αχώρητος παντί». Γίνονται κι αυτοί, σαν το ονάριο, χριστοφόροι, για τη μεγάλη τους ταπείνωση.

Οι καλές αδελφές του Λαζάρου, η Μάρθα και η Μαρία, περίμεναν την επίσκεψη του διδασκάλου και φίλου Ιησού, για να θεραπεύσει τον αδελφό τους. Δεν περίμεναν να δουν νεκρανάσταση. Μένουν έκθαμβες, άφωνες, θαυμάζοντας το γεγονός. Μαζί τους είναι πολλοί οι θαυμαστές του Ιησού. Μετά το μέγιστο αυτό θαύμα, θα μπορούσαμε να πούμε πως η δημοτικότητα του Ιησού είχε αυξηθεί αρκετά. Είχε κάνει δύο αναστάσεις ακόμη σε δύο νέους ανθρώπους, στον υιό της χήρας της Ναΐν και στη θυγατέρα του Ιαείρου. Σε μία εβδομάδα, όμως, θα έχουμε το μοναδικό γεγονός στην ιστορία, την αυτοανάσταση του Ιησού Χριστού.

Ο Χριστός δεν επιθυμεί λαϊκές εξεγέρσεις υπέρ Του. Δεν είναι λαοπλάνος, δημεγέρτης και τεχνητά δημοφιλής. Η προσοχή των ανθρώπων πάνω Του ενοχλεί υπερβολικά τους εχθρούς Του. Δεν ανέχονται την προβολή άλλων παρά μόνο των σκληρά υποκριτικών εαυτών τους. Έχουν περιπέσει σε μια ηθελημένη νέκρωση και δεν κατανοούν ότι κατοικούν σε άφωτους και βρωμερούς τάφους. Οι τάφοι τους γέμουν δολιότητος, κακότητος και επιθετικότητος. Δεν επιθυμούν το λαμπρό φως. Φοβούνται την αποκάλυψη των σκοτεινών τους έργων. Η προβολή του Χριστού που ενθουσίαζε, μαγνήτιζε και σαγήνευε τα πλήθη είναι απαράδεκτη γι’ αυτούς. Θα πρέπει σύντομα να την πατάξουν. Καταστρέφει ό,τι έπλεξαν τόσα χρόνια και κινδυνεύει τώρα να χαθεί.

Η παρουσία, μόνη, του Χριστού τους ενοχλεί αφάνταστα. Πολύ περισσότερο τα θαύματά Του. Έτσι, είναι απαραίτητη πλέον η εξόντωσή Του γι’ αυτούς. Συνεδριάζουν λοιπόν οι Ιουδαίοι και αποφασίζουν να θανατώσουν οπωσδήποτε τον Θεάνθρωπο. Οι άνθρωποι με τα βαγιόκλαδα υποδέχονται με χαρά τον Μεσσία. Βγαίνουν στους δρόμους και κραυγάζουν τα «ωσαννά». Κανένας δεν μπορεί να τους συγκρατήσει στις αυθόρμητες εκδηλώσεις τους. Σε λίγο όμως τα ίδια στόματα, υποκινημένα και παραστρατημένα, θα φωνάξουν τα φρικτά «σταυρωθήτω».

Έρχεται ο επευφημούμενος στα Ιεροσόλυμα για να σταυρωθεί. Γνωρίζει πού πηγαίνει. Προχωρά σταθερά. Εκούσια. Έρχεται ο απαθής για μας τους απαθείς, ο αναμάρτητος για μας τους αμαρτωλούς. Ο βασιλέας των Ιουδαίων, ο βασιλέας της δόξης, ο βασιλέας της κτίσεως εισέρχεται στην αγία πόλη σ’ ένα γαϊδουράκι και όχι σε μια χρυσοστόλιστη άμαξα. Η απάθειά Του δεν συγκλονίζει την ιουδαϊκή απάθεια, αλλά και πολλούς χριστιανούς, που συνεχίζουν να καλλιεργούν επισταμένα τα άγρια πάθη και να αρνούνται τον σταυρό στη ζωή τους. Στον σταυρό ας σταυρώσουμε τα πάθη μας και ας τα θάψουμε, για να μεταποιηθούν σε ένθεες αρετές.